[53] Ανδρέας Μαππούρας ένας λαϊκός ποιητάρης εξ Αραδίππου

Ο Ανδρέας Μαππούρας σε φωτογραφία του 1978

Γεννήθηκε στην Αραδίππου το 1918. Έφτασε μέχρι την πέμπτη δημοτικού και ρίχτηκε στη βιοπάλη κάνοντας διάφορες δουλειές, όπως βοσκός, οικοδόμος, εργάτης στα λατομεία και στα μαρμαράδικα της Αραδίππου.

Η γνωριμία του με τον ποιητάρη Αναστάση Γρίβα σ’ ένα πανηγύρι του Αγίου Αναστασίου στην Περιστερωνοπηγή Αμμοχώστου και μετά με τον Χαρ. Άζινον, φαίνεται ότι ήταν η αρχή της ποιητικής του πορείας. Μαζί τους τραγουδούσε σε διάφορα πανηγύρια, ενώ από το 1948 ξεκίνησε να γράφει δικά του λαϊκά ποιήματα που τα τύπωνε σε φυλλάδες και τα πουλούσε σε περιοδείες του σε ολόκληρη τη Κύπρο για να εξασφαλίσει τα προς το ζην για την πολυμελή οικογένειά του.

Τα ποιήματα του σχολίαζαν την καθημερινότητα και την τρέχουσα επικαιρότητα [φόνοι, δυστυχήματα, θαύματα αγίων, ερωτικές ιστορίες, για τη ζωή και το θάνατο του Μακάριου, εκκλησιαστικά ή πολιτικά θέματα, για τον αγώνα και τους ήρωες της ΕΟΚΑ, την προσφυγιά, τον αντικατοχικό αγώνα], αλλά και διεθνή γεγονότα [ο πρώτος αστροναύτης, η δολοφονία του Ρ. Κέννετυ, για τον Αλέξανδρο Παναγούλη] κ.ά. Ο δρ. Κ. Γ. Γιαγκουλλής στο έργο του [Αρχείο ποιητάρηδων, Φάκελλος Αντρέα Μαππούρα, 1997], καταγράφει 124 φυλλάδες του Α. Μαππούρα από το 1848 μέχρι το 1982, ενώ πολλές ανέκδοτες βγαίνουν στο φως από αρχειακές μελέτες.

Η πρώτη του ποιητική φυλλάδα το 1948 φέρει το όνομα Ο λυπηρός θάνατος του Γεωργίου Κ. Κάστανου εκ του χωρίου Σωτήρα Αμμοχώστου, γενόμενος την 9ην Νοεμβρίου 1948. Την 3ην ημέραν του γάμου του. Σύμφωνα με τα γνωστά υπάρχοντα στοιχεία, η τελευταία του φυλλάδα είναι, Το νέο θαύμα της Παναγίας του Τζύκκου. Περπάτησε 20χρονο παράλυτο. Αραδίππου 1992. Το 1978 εκδόθηκε η μοναδική ποιητική συλλογή του, Οι Γέρο Πλάτανοι με 56 ποιήματα. Πρόκειται για αφιερωματικά ποιήματα που έγραψε για διάφορες εκδηλώσεις [φεστιβάλ ηλικιωμένων, της πρωτομαγιάς και του λαϊκού κινήματος, σε γιορτές του κατακλυσμού, για θανάτους άλλων ποιητάρηδων κλπ].

Πήρε μέρος σε πολλές γιορτές του Κατακλυσμού στη Λάρνακα και αλλού και βραβεύτηκε επανειλήμμενα. Κατέχει το ρεκόρ των περισσοτέρων συμμετοχών σε όλα τα είδη των διαγωνισμών της γιορτής [μπάλος, ερωτικά ποιήματα, τσιαττιστά, κυπριακά ποιήματα]. Αναφέρουμε ενδεικτικά τις πρωτιές του στη γιορτή του Κατακλυσμού του Δήμου Λάρνακας.

Πέντε στο μπάλο [1948-54-67-88-95]. Πέντε στο ερωτικό ποιήμα [1954-55-76-86-89]. Εννιά στα κυπριακά ποιήματα [1962-65-66-69-71-73-77-86-87]. Δεκαέξι στα τσαττιστά [1959-62-66-67-69-70-71-72-73-74-76-78-79-86-87-91].

Ο Αντρέας Μαππούρας τιμήθηκε το 1983 από το Δήμο Λάρνακας. Επίσης, τιμήθηκε από τη γενέτειρα του Αραδίππου, το ΑΚΕΛ και διάφορους πολιτιστικούς φορείς της Κύπρου. Πέθανε στις 17 Μαρτίου 1997, αφήνοντας πίσω του πολύτιμο έργο, μέρος του οποίου παραμένει ανέκδοτο.

Στις 12 Μαρτίου του 1983, ο Δήμος Λάρνακας διοργάνωσε μια δημόσια συζήτηση εξ αφορμής των πενήντα χρόνων από το θάνατο του Κ. Καβάφη με προσκεκλημένους τους Γιάννη Δάλλα, Μιχάλη Πιερή, Diana Hass και Γ.Π. Σαββίδη και με συντονιστή τον Θεοδόση Νικολάου.

Στη συζήτηση εκείνη αίσθηση προκάλεσε η αυθόρμητη εμφάνιση του 65χρόνου τότε ποιητάρη από την Αραδίππου Ανδρέα Μαππούρα, ο οποίος διάβασε ένα στιχούργημά του, γραμμένο ειδικά για την εκδήλωση.

Παραθέτουμε πιο κάτω το ποίημα του εξ Αραδίππου λαϊκού ποιητή Ανδρέα Μαππούρα.

Ο νεκρός ποιητής

Άμα πεθάν’ ο ποιητής

  τότεν να τον γυρέψουν

     μπορεί κόμα στην μνήμη του

    κερί για να του πέψουν.

 

   Ν’ ακούσουν τα τραούδκια του

  ν’ ακούσουν την φωνήν του

  και να τους πει τα βάσανα

   που τράβαν στην ζωήν του.

 

       Που ζιεί γυρίζει τα χωριά     

τραούδκια να πουλήσει

για να συνάξει κάτι τι

που θέλει για να ζήσει.

 

    Πολλά ανάρκοι να βρεθούν

   να τον υποστηρίξουν

        και την καλή τους την καρκιάν

       για λλόου του να δείξουν.

 

Τώρα, μακούει με λαλεί

επέθανεν εθάφτη

και στου Μουχτάρη το χαρτί

ένας νεκρός εγράφτη

 

Τα κόκκαλά του μείνασιν

παρέα με το χώμα

  στην γην πιον εν ιστρέφεται

με ξαναννοίει στόμα

 

Ας το σκεφτούν οι ζωντανοί

και να το μελετήσουν

τους ποιητές που μείνασιν

για να τους βοηθούσιν

 

Όι άμα πεθάνουσιν

να κλαιν πουπανωθκιόν τους

και να γυρεύκουν δανεικά

ρούχα για το θαφκιόν τους.

 

Τ’ όνομαν του ποιητή

αθάνατον μεινίσκει

  και μες στο χώμα μανιχά

   τον νεπαμόν του βρίσκει.

 

Πηγές: 1. Κώστας Κατσώνης, Αντρέας Μαππούρας, από το Βιβλίο: Λάρνακα 2000,το τέλος ενός αιώνα, σσ.467-469, έκδοση Δήμου Λάρνακας, 2002 2. Κ. Γ. Γιαγκουλλής, Αρχείο ποιητάρηδων, Φάκελλος Αντρέα Μαππούρα, 1997.

 

 

Advertisements
This entry was posted in Ποιητές. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s