[74] Η επιρροή της Λάρνακας στην ποίηση του Βασίλη Μιχαηλίδη

Ο εθνικός μας ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης γεννήθηκε στο Λευκόνοικο το 1849. Γονείς του ήταν ο Χατζημιχαήλ Χαραλάμπους, γνωστός με το παρατσούκλι Χατζηκουμπάρος και η Αννέτα του Κονόμου από το Δάλι.

Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε από το οικογενειακό του περιβάλλον. Από τον πατέρα του, γνωστό τραγουδιστή στο Λευκόνοικο, κυρίως όμως από τον ποιητάρη Παπακονόμο που επηρέασε το μικρό Βασίλη με τους αυτοσχέδιους στίχους του στις γιορτές και τα πανηγύρια του Λευκονοίκου.

Μετά το θάνατο της μητέρας του ο πατέρας του τον έστειλε στο Δάλι, γύρω στο 1860, κοντά στον θείο του [από την πλευρά της μητέρας του], Χρύσανθο Παπακονόμο, από τον οποίο διδάχθητε κάποια στοιχειώδη γράμματα.

Η κλίση του προς τη ζωγραφική τον οδήγησε στη Λευκωσία με τη βοήθεια του πρωτοξαδέλφου του πατέρα του, του διακόνου Κυπριανού Οικονομίδη, ο οποίος ήταν την εποχή εκείνη, γύρω στο 1863, καθηγητής στην Ελληνική Σχολή της Λευκωσίας. Εκεί πήρε μαθήματα ζωγραφικής από τον Χαράλαμπο Ζωγράφο. Κατά την παραμονή του στη Λευκωσία συνδέθηκε φιλικά με δύο σημαντικούς ποιητές, τους Γεώργιο Βιζυηνό και Στυλιανό Χουρμούζιο.

Ο θείος του ποιητή, Μητροπολίτης Κιτίου Κυπριανός (1868-1886). Ο πίνακας ίσως να φιλοτεχνήθηκε από τον Β. Μιχαηλίδη (Συλλογή Αριστείδη Κουδουνάρη)

Το 1868 είναι η χρονιά που ο Βασίλης Μιχαηλίδης θα βρεθεί στην κοσμοπολίτικη Λάρνακα, ακολουθώντας τον θείο του Κυπριανό Οικονομίδη που είχε εκλεγεί Μητροπολίτης Κιτίου [1868-1886]. Θα φιλοξενηθεί στο αυστηρό περιβάλλον της Μητρόπολης Κιτίου υπο τη συνεχή επίβλεψη του θείου του. Η Λάρνακα όμως με το ευρωπαϊκο περιβάλλον των προξενείων και με το ανώτερο πολιτιστικό της επίπεδο, σε σχέση με εκείνο των άλλων πόλεων, θα βοηθήσει το Β. Μιχαηλίδη να ξεδιπλώσει το κρυμμένο μέχρι τότε ποιητικό του ταλέντο. Εδώ, για πρώτη φορά θα ακούσει και θα μάθει για τις σφαγές της 9ης Ιουλίου και το μαρτυρικό θάνατο του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού και των άλλων εκκλησιαστικών και προκρίτων. Ο σπόρος του μεγαλειώδους ποιήματος της 9ης Ιουλίου είχε ήδη ριχτεί στη ψυχή του δεκαεννιάχρονου Βασίλη.

Θα σχετιστεί με σημαντικούς ποιητές της Λάρνακας, όπως τον Θεμιστοκλή Θεοχαρίδη, τον Θεόδουλο Κωνσταντινίδη και τον Γαλλοκύπριο Γουσταύο Λαφφών, οι οποίοι θα τον παροτρύνουν στις πρώτες ποιητικές του αναζητήσεις. Δεν σταμάτησε όμως να ζωγραφίζει, πότε στην αυλή της Μητρόπολης ή στους κάμπους της Λάρνακας, μα πιο συχνά στον κήπο της Κοκονούς Μοδινού, της μητέρας του Δημήτρη Λιπέρτη. Τη χρονιά που θα ήρθε στη Λάρνακα ο Βασίλης Μιχαηλίδης, ο Δημήτρης Λιπέρτης ήταν μόλις δύο χρόνων.

Τα πρώτα του ποιήματα τα δημοσίευσε το 1873, σε ηλικία 24  χρονών. Είναι γραμμένα στην καθαρεύουσα, στη δημοτική και στο κυπριακό ιδίωμα, γεγονός που δείχνει τη λογοτεχνική αβεβαιότητα του νεαρού ποιητή. Την ίδια εποχή γράφει κάποια ρομαντικά ποιήματα που απευθύνονται ανώνυμα σε κάποια νεαρή κοπέλα της αριστοκρατίας της Λάρνακας. Ένας πλατωνικός έρωτας χωρίς συνέχεια, που στάθηκε όμως αφορμή για τρία τουλάχιστον πρώιμα ερωτικά ποιήματα. Ο Β. Μιχαηλίδης παρέμεινε άγαμος, γεγονός, που εθεωρείτο κοινωνική αποτυχία για τα δεδομένα της τότε κλειστής και νοικοκυρεμένης κοινωνίας της Λάρνακας.

Ένα από τα ερωτικά ποιήματα που έγραψε το 1875 και απευθύνεται σε ‘κείνη, είναι Το Αεράκι. Το παραθέτουμε πιο κάτω:

Αεράκι που μέσ΄σ΄τούτη την νυχτερινή γαλήνη,

παίζεις κι έρχεσαι μονάχα απ’ εκεί που είναι ‘κείνη,

που την ηύρες τόσην δρόσο;

Που την ηύρες τόση χάρη και μοσχιές μυρίζεις τόσο;

Μήπως σαν την είχες λούσει, πήρες από την οσμήν της;

Μήπως εις το πέρασμα σου άρπαξες καμιάν πνοήν της;

Πως δεν άρπαξες ακόμα

και μιαν λέξιν να με φέρεις απ’ το τρυφερό της στόμα;

Παρ΄όλα αυτά δημιουργεί κοινωνικές σχέσεις, γίνεται δεκτός στα καλά σαλόνια της Λάρνακας και συμπεριφέρεται ως λόγιος.

Θα παραμείνει φιλοξενούμενος στη Μητρόπολη έως το 1875, όταν με τα λίγα χρήματα του θείου του θα φεύγει για σπουδές ζωγραφικής στη Νεάπολη της  Ιταλίας. Λόγω οικονομικής δυσπραγίας θα εγκαταλείψει 1877 την Ιταλία και θα βρεθεί στην Ελλάδα, όπου ως εθελοντής θα πολεμήσει για την απελευθέρωση της Θεσσαλίας και θα λάβει μέρος στη μάχη της Μακρυνίτσας [όπως αναφέρουν κάποιοι μελετητές].

Το 1878 με την έναρξη της Αγγλοκρατίας, θα επιστρέψει στην Κύπρο φτωχός, χωρίς σταθερή μόρφωση και ταλαιπωρημένος από τις κακουχίες. Λόγω της αποτυχίας του να σπουδάσει και φτωχός καθώς ήταν, δυσκολεύεται να επιστρέψει στους γνωστούς κύκλους της Λάρνακας. Αποφασίζει να εγκαθασταθεί στη Λεμεσό. Εδώ θα τον βοηθήσει ο Δήμαρχος Λεμεσού Χρ. Καρύδης, φίλος του θείου του, τοποθετώντας τον προσωρινό νοσοκόμο και επόπτη των σφαγείων. Το 1884 θα διορισθεί έμμισθος νοσηλευτής και φαρμακοποιός στο νοσοκομείο της πόλης με μισθό 42 λίρες το χρόνο.

Στο διάστημα που ζούσε και εργαζόταν στη Λεμεσό, παρέμεινε χωρίς οικογένεια. Ένα από τα ερωτικά του ποιήματα, η Ανεράδα, γράφτηκε για μια κοπέλα της αστικής τάξης που αγάπησε. Ο έρωτας του όμως έμεινε και αυτή τη φορά πλατωνικός και ανεκπλήρωτος. Συμμετείχε ως ένα βαθμό στην κοινωνική ζωή της πόλης, ενώ ποιήματά του δημοσιεύτηκαν στις τοπικές εφημερίδες Σάλπιγξ και Αλήθεια. Κάποια προσπάθεια του να εκδώσει δική του δεκαπενθήμερη εφημερίδα, δεν είχε την ανάλογη επιτυχία [εξέδωσε μόνο έξι φύλλα με το όνομα ο Διάβολος].

Στα δύσκολα χρόνια της μοναξιάς και της απογοήτευσης η καταφυγή στο ποτό, έγινε πάθος για τον Βασίλη Μιχαηλίδη. Αλκοολικός πια, θα τον απολύσουν από τη δουλεία του το 1910. Τα επόμενα επτά χρόνια θα τα περάσει φιλοξενούμενος στο πτωχοκομείο, σε δωμάτιο που του παραχώρησε ο Δήμος Λεμεσού. Εκεί, λησμονημένος και πικραμένος θα πεθάνει το 1917 σε ηλικία 68 χρονών.

Ονομάστηκε εθνικός ποιητής της Κύπρου λόγω των μακροσκελών επικών ποιημάτων του, από τα οποία ξεχωρίζει το ποιήμά του, 9η Ιουλίου.

Η 9η Ιουλίου, Η Χιώτισσα, Η Κύπρος στην Μάναν της, το Όραμαν του Ρωμιού, η Ανεράδα και κάποια σατιρικά είναι γραμμένα στο κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα.

Έγραψε δύο έργα: Η Ασθενής Λύρα [1882] και Ποιήματα, όπου συμπεριλαμβάνονται η 9η Ιούλιου και η Χιώτισσα [1911]. Εκτός από τις εφημερίδες Αλήθεια και Σάλπιγξ όπου δημοσίευσε ποιήματά του, συνεργάστηκε ακόμα με το περιοδικό Γράμματα της Αλεξάνδρειας, το Νέον Κίτιον της Λάρνακας, τον Κήρυκα της Λεμεσού και το περιοδικό Πυθαγόρας της Σμύρνης όπου εκεί δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα, όταν ζούσε στη Λάρνακα.

Πηγές: 1. Αριστείδης Λ. Κουδουνάρης, Βιογραφικόν Λεξικόν Κυπρίων 1800-1920, Λευκωσία 2010. 2. Βασίλης Μιχαηλίδης, Η ζωή και το Έργο του, τόμ., Α, σσ.79-108, εκδόσεις Χρ. Ανδρέου, Λευκωσία 2002. 3. Άντρος Παυλίδης, Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια [Μ.Κ.Ε.], τόμ., 10, σσ.91-95, εκδόσεις Φιλόκυπρος, Λευκωσία 1989.

Advertisements
This entry was posted in Βιογραφικά, Ποιητές. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s