[81] Μνημόσυνο για τον Πετράκη Κυπριανού

Έγινε στην Ορά το ετήσιο μνημόσυνο του ηρωικώς πεσόντα πριν 57 χρόνια Πετράκη Κυπριανού. Σκοτώθηκε στις 21 Μαρτίου του 1957 σε μάχη με  Άγγλους στρατιώτες. Είχε γεννηθεί στις 29 Ιουνίου του 1939. Ήταν μόλις 17 χρόνων.

Ήταν γιος της Άννας και του Μιχάλη Κυπριανού. Παιδί πολύτεκνης οικογένειας, με άλλα πέντε αδέλφια, τη Χρυσούλα, τον Ευάγγελο, τον Ανδρέα, τη Μάρω και τη Μαλβίνα. Όταν τέλειωσε το Δημοτικό σχολείο της Σωτήρας, φοίτησε για ένα χρόνο στη σχολή Τέρρα Σάντα και ακολούθως στην Αμερικανική Ακαδημία μέχρι την τρίτη τάξη. Αποβλήθηκε, όταν έριξε φυλλάδια της ΕΟΚΑ και ύψωσε την ελληνική σημαία. Η πρόταση του άγγλου διευθυντή της σχολής, να απόσχει από τα μαθήματα και να διαβάζει στο σπίτι του για να έχει το δικαίωμα να παρακαθήσει στις τελικές εξετάσεις του σχολείου, απορρίφθηκε από την οικογένειά του. Μετά την οριστική του αποβολή, εργάστηκε για ένα διάστημα στην Ηλεκτρική. Το πάθος του όμως για την ελευθερία της Κύπρου τον έφερε σε επαφή με μέλη της ΕΟΚΑ, από τους οποίους ζήτησε να τον εντάξουν στην οργάνωση. Εκτιμώντας οι ιθύνοντες το θάρρος και τη φιλοπατρία του, παρά το νεαρό της ηλικίας, τον δέχτηκαν στην οργάνωση. Έδωσε το μυστικό όρκο της ΕΟΚΑ στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου.

Ο νεαρός μαθητής εντάχθηκε στις ομάδες κρούσης της Λάρνακας. Τον Απρίλιο του 1956, πήρε εντολή να εκτελέσει στη Λάρνακα δύο πρόσωπα, που η ΕΟΚΑ τα θεωρούσε ότι ήταν συνεργάτες των Άγγλων. Στις 31 του Μάη 1956 πήρε μέρος σε επίθεση κατά Άγγλων αξιωματικών πολεμικού πλοίου που είχε καταπλεύσει στη Λάρνακα. Την Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου του 1956, υπηρετώντας σε διατεταγμένη αποστολή, συμμετείχε σε επίθεση εναντίον Άγγλου λοχία, απέναντι από το νοσοκομείο της πόλης. Ωστόσο, αναγνωρίστηκε από Τούρκο επικουρικό και για να διαφύγει την σίγουρη σύλληψη, κατέφυγε στην ορεινή Λάρνακας, όπου ενώθηκε με την αντάρτικη ομάδα της περιοχής, ως καταζητούμενος πλέον.

Ως αντάρτης έλαβε μέρος σε επιχειρήσεις εναντίον των Άγγλων. Σε ενέδρα που στήθηκε στις 3 του Νιόβρη 1956 κοντά στη Χοιροκοιτία από μια τριμελή ομάδα ανταρτών μεταξύ των οποίων ήταν και ο Πετράκης Κυπριανού, χτυπήθηκε πομπή σρατιωτικών οχημάτων που μετέφερε πυρομαχικά, με αποτέλεσμα την ανατίναξη της αυτοκινητοπομπής και το θάνατο των εννέα επιβαινόντων άγγλων στρατιώτων.

Το Μάρτιο του 1957, προδόθηκε το κρησφύγετο του, που βρισκόταν μεταξύ Λάγιας και Ακαπνού. Μαζί με άλλους αντάρτες, διέφυγε τη σύλληψη και αφού περιπλανήθηκαν κυνηγημένοι από τον αγγλικό στρατό, κατέληξαν στην Αναφωτία. Ο τομεάρχης Λάρνακας για λόγους ασφαλείας τους χώρισε σε μικρότερες ομάδες. Ο Πετράκης ανέλαβε την περιοχή που βρίσκεται μεταξύ Χοιροκοιτίας, Βάβλας, Οράς και Βαβατσινιάς. Στις 18 Μαρτίου του 57, πήγε στη Βάβλα, όπου παρέμεινε δύο μέρες. Εκεί διέτρεξε τον κίνδυνο να συλληφθεί από στρατιωτική περίπολο. Το ίδιο βράδυ μετακινήθηκε στην Ορά.

Το βράδυ της 20ης Μαρτίου, μετά από προδοσία, Άγγλοι στρατιώτες περικύκλωσαν το χωριό. Το πρωΐ της επομένης, οι Άγγλοι μετέφεραν τους άντρες του χωριού στο σχολείο και με τηλεβόα αναζήτησαν τον Πετράκη με το όνομά του και με το ψευδώνυμο (Λάζαρος). Μετά τον εντοπισμό του σ’ ένα ακατοίκητο σπίτι [αρνήθηκε την φιλοξενία κάποιων γνωστών του κατοίκων για να μην τους εμπλέξει], περικυκλώθηκε από δεκάδες Άγγλους στρατιώτες. Νιώθοντας τον αγγλικό κλοιό να στενεύει, επιλέγει να μην παραδοθεί αλλά να ακολουθήσει το δρόμο της τιμής, μιμούμενος το πνεύμα της θυσίας του Γρηγόρη Αυξεντίου, που έγινε ολοκαύτωμα λίγες μέρες πριν, στις 3 Μαρτίου, στα βουνά του Μαχαιρά.

Η μάχη κράτησε δυόμιση ώρες. Ο Πετράκης με το κυνηγετικό και καμιά τριανταριά φυσίγγια, απέναντι στους πάνοπλους Άγγλους στρατιώτες. Στις δυόμιση αυτές ώρες ο Πετράκης Κυπριανού, ο μαθητής των 17 χρόνων από τη Λάρνακα, αναμετρήθηκε με τις ανθρώπινές του αδυναμίες και τις κέρδισε κατά κράτος. Προτίμησε τον θάνατο, αντί την παράδοση, που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε εφιάλτη για τους συναγωνιστές του και τη συνείδηση του. Λίγο μετά το μεσημέρι όταν του σώθηκε ο πενιχρός οπλισμός, επέλεξε την ηρωική έξοδο και το βέβαιο θάνατο, αφού ήδη είχε αποφασίσει να μην παραδοθεί.

Την ώρα που έπεφτε νεκρός στις 21 Μαρτίου 1957 – στη πιο όμορφη στιγμή της νιότης – ήξεραν όλοι πια, η μάνα, ο πατέρας, τ’ αδέλφια του, οι συναγωνιστές του που δεν πρόδωσαν, αλλά κι’ αυτοί που τον πρόδωσαν, πόσο σοβαρό και ώριμο παιδί ήταν ο Πετράκης. Η συνειδητή απάντηση που έδινε στη μάνα του [που φοβόταν μήπως συλληφθεί]: «Μην ανησυχείς μάνα, γιατί ποτέ δεν πρόκειται να συλληφθώ, θα πέσω πολεμώντας», έγινε πράξη την ώρα που περνούσε την πόρτα της αθανασίας.

Αιωνία του η μνήμη.

Πηγές: 1. Πληροφορίες από τον Άντρο Κυπριανού, αδελφό του ήρωα και από τον  Χάρη Χριστοδούλου, ερευνητή. 2. Άντρος Παυλίδης, Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια [Μ.Κ.Ε.], τόμ., 8, σ. 14, Φιλόκυπρος, Λευκωσία 1988.

 

Advertisements
This entry was posted in Βιογραφικά, Ο αγώνας 55-59. Bookmark the permalink.