[103] Η ιστορία του ξενοδοχείου «Τέσσερα Φανάρια» και ο Ριχάρδος Ματτέι

Διαφήμιση εποχής όταν το ξενοδοχείο ήταν στις δόξες του

Η γενιά των εξηντάρηδων που είχαμε την τύχη να περάσουμε ένα μεγάλο μέρος της ζωής μας ως έφηβοι στο μαγευτικό τοπίο του παραλιακού μετώπου, δεν ξεχνούμε το ξενοδοχείο «Τέσσερα Φανάρια». Τόπος συνάντησης τα καλοκαίρια στο υπαίθριο κέντρο και στην ταράτσά του αλλά και τόπος παντός είδους εκδηλώσεων στα άνετα σαλόνια, τα οποία απέπνεαν μιαν αρχοντία, η οποία απουσιάζει παντελώς από τα σημερινά ξενοδοχεία πολυτελείας. Ήταν νομίζω η αύρα μιας άλλης εποχής, όπου η κοινωνία ήταν πιο δεκτική, πιο ευτυχισμένη, ανέμελη θα έλεγα, απόρροια της μικρής τότε κοινωνίας της Λάρνακας όπου ο ένας γνώριζε τον άλλο και όπου ο φιλικός χαιρετισμός στο δρόμο ήταν αυτονόητος και πηγαία πράξη φιλικότητας. Οι ανθρώπινες δυσκολίες υπήρχαν και τότε, μόνο που οι άνθρωποι ήταν λιγότερο νευρωτικοί και πιο αποτελεσματικοί στην αντιμετώπιση των αναγκών. Βλέποντας ξανά τις φωτογραφίες της εποχής εκείνης, θα έλεγα ότι οι άνθρωποι εκτός από ευτυχισμένοι ήταν και τέλειως ανυποψίαστοι για την επερχόμενη τραγωδία του 1974. Έχω την αίσθηση πως η είκονα εκείνη επαναλαμβάνεται, δυστυχώς, στις μέρες μας.

Το ξενοδοχείο «Τέσσερα Φανάρια», ήταν ένα από τα κεντρικά στοιχεία του σκηνικού της παραλίας. Ένα σκηνικό που συμπλήρωνε ο δρόμος μεταξύ των κτηρίων και των υπαίθριων κέντρων, ο πεζόδρομος, όπου ο περίπατος ήταν συνώνυμο της παρέας, του τυχαίου συναπαντήματος ή του προγραμματισμένου ερωτικού ραντεβού, οι ξύλινες ριγέ καμπίνες για τους λούομενους, το δημόσιο ντους το κατασκευασμένο από άσπρο μάρμαρο, το άγαλμα του Κίμωνα που δέσποζε σε περίοπτη θέση και τόσα άλλα. Δεν ξεχνώ βέβαια τα παρακείμενα κτήρια νεοκλασικού τύπου, των αρχών του 20ού αιώνα, από τα οποία σήμερα δεν έχει απομείνει τίποτα. Τα «Τέσσερα Φανάρια» ήταν το τελευταίο που άντεξε στο δέλεαρ της οικοδομικής «ανάπτυξης». Έπεσε κι’ αυτό πολύ πρόσφατα.

Δεκαετία του 20. Μετά το χαμηλό κτήριο-Garage αριστερά της φωτογραφίας, βρίσκονται τα υποστατικά της οικογ. Ευρυβιάδη, εκεί θα κτιστούν το 1950 τα «Τέσσερα Φανάρια»

Η ιστορία του κτήματος, όπου αργότερα κτίστηκε το ξενοδοχείο ξεκινά από τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας. Ιδιοκτήτης ήταν γύρω στα 1870 ο Ριχάρδος Ματτέι [1826-1893], ο τελευταίος απόγονος μιας οικογένειας που οι ρίζες της χάνονται στα χρόνια της Ενετοκρατίας. Eκτός από μεγάλος κτηματίας και έμπορας, ήταν πρόξενος της Πρωσσίας στην Κύπρο. Μάλιστα, χρησιμοποιούσε ως προξενείο το ιδιόκτητο σπίτι της παραλίας.

Σπούδασε γεωπόνος στην Ελβετία και επινόησε μέθοδο καταπολέμησης της ακρίδας, η οποία έγινε νόμος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, που εφαρμόστηκε σε ολόκληρη την επικράτειά της. Λόγω της φήμης και της φιλίας του με τον τούρκο κυβερνήτη, μπόρεσε και βοήθησε πολλούς καταδιωκόμενους ραγιάδες στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Όταν ο διωκόμενος ραγιάς έμπαινε στην περιουσία του Ματτέι, η αστυνομία δεν μπορούσε να τον συλλάβει.

Ήταν διορισμένο μέλος του πρώτου επί Αγγλοκρατίας Νομοθετικού Συμβουλίου [1878-1880]. Στο ίδιο σώμα εξελέγη αργότερα δύο φορές [1887-1889 και 1889-1890].  Κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του υπήρξε μεγάλος ευεργέτης, χαρίζοντας στους χρεώστες του τις υποθήκες και δωρίζοντας μέρος της περιουσίας του σε δυσπραγούντες πολίτες. Λίγο πριν το θάνατό του, το Νομοθετικό Συμβούλιο παραχώρησε στο φτωχό πλέον Ματτέι σύνταξη 180 λιρών.

Το κτήριο της παραλίας βρέθηκε υποθηκευμένο στην Οθωμανική Τράπεζα, η οποία το πούλησε στον Ευρυβιάδη Αντωνιάδη το 1902 για 800 γρόσια [περίπου 100 λίρες]. Αργότερα, το 1906 με δωρεά 1.600 λιρών του Ευρυβιάδη Αντωνιάδη κτίστηκε το Ευρυβιάδειο Παρθεναγωγείο.

Το καλοκαίρι του 1946, οι ιδιοκτήτες του κτηρίου, τα εγγόνια του Ευρυβιάδη Αντωνιάδη, Ανδρέας, Ρένος και Κορίνα, άνοιξαν στο ισόγειο του υποστατικού ένα ζαχαροπλαστείο-περίπτερο που πουλούσε για πρώτη φορά στο κοινό της πόλης τα tosted sandwiches, τα milk shakes και τα ice-cream shakes. Η πρωτοποριακή αυτή επιχείρηση ονομάστηκε Wideson’s Milk Bar. To 1947 προχώρησαν στην ανακαίνιση ακόμα δύο μεγάλων αιθουσών στο ισόγειο του κτηρίου που στέγασε αυτή τη φορά το εστιατόριο. Η επιχείρηση εκτός από εδέσματα και ποτά, πρόσφερε στους πελάτες του, χορευτικά δείπνα και μουσικά πρωϊνά.

Η παραλία των Φοινικούδων το 1950. Μόλις κτίστηκε ο πρώτος όροφος του ξενοδοχείου. Δεξιά η οικία Ευρυβιάδη. Το σκηνικό συμπληρώνουν, οι ξύλινες καμπίνες, το μαρμάρινο άσπρο δημόσιο ντους και οι χαρούμενοι λουόμενοι. Δεξιά το ξενοδοχείο Beau Rivage

Το 1950 κατεδαφίστηκε μέρος της οικίας Ευρυβιάδη και κτίστηκε το ισόγειο και ο πρώτος όροφος του ξενοδοχείου που διέθετε 15 μόνα δωμάτια. Άρχισε να εργοδοτεί μουσικούς και ορχήστρες και να διοργανώνει διάφορες εκδηλώσεις, όπως χοροεσπερίδες και πάρτυ καρναβαλιών. Από τη δεκαετία του ’60 άρχισαν να περνούν από το ξενοδοχείο διάσημοι έλληνες καλλιτέχνες, όπως η Νάνα Μούσχουρη, η Αλίκη Βουγιουκλάκη, ο Ζαμπέτας, ο Σώτος Παναγόπουλος, ο Τάκης Μωράκης, ο Τώνης Μαρούδας, ο Τζίμης Μακούλης και πολλοί άλλοι. Η κάθοδος τόσων καλλιτεχνών, έγινε κατορθωτή ύστερα από μια πρωτοποριακή συνεργασία τριών επιχειρήσεων, των ξενοδοχείων Λήδρα Πάλλας, των Τεσσάρων Φαναριών και του κέντρου Κύμα της Λεμεσού.

Το ξενοδοχείο μετά το 63, όπου προστέθηκε ο δεύτερος όροφος. Στο υπαίθριο κάποιοι απολαμβάνουν τον ήλιο μαζί με το ποτό τους

Το 1963 προστέθηκε ο δεύτερος όροφος, ενώ ένας τρίτος όροφος κτίστηκε το 1975.

Από το 1950 έως το 1972 τα Τέσσερα Φανάρια ήταν το μοναδικό ξενοδοχείο Πρώτης Τάξεως. Αργότερα με τους νέους αυστηρότερους κανονισμούς του Κ.Ο.Τ. ταξινομήθηκε στα ξενοδοχεία Τριών Αστέρων. Τα παλαιότερα ξενοδοχεία του παραλιακού μετώπου, Beau Rivage και Grand Hotel είχαν κλείσει τον κύκλο του, με αποτέλεσμα το 1970 να κατεδαφιστούν και στη θέση τους να κτιστεί το σημερινό ξενοδοχείο Sun Hall. Τα δύο ξενοδοχεία με συνολική δυναμικότητα 300 κλινών, έβαζαν τη Λάρνακα στον τουριστικό χάρτη της Κύπρου. Οι πρώτοι οργανωμένοι τουρίστες προγραμματίστηκαν να φτάσουν στη Λάρνακα το Σεπτέμβρη του 1974, κάτι που δεν έγινε λόγω των τραγικών γεγονότων της εισβολής του 74. Έτσι τα «Τέσσερα Φανάρια» και το Sun Hall αντί τουριστών, φιλοξένησαν για πολύ καιρό τους εκτοπισμένους πρόσφυγες της Αμμοχώστου.

Το ξενοδοχείο το 1984-86. Δίπλα το αρχοντικό Βαλδασερίδη μόλις έχει κατεδαφιστεί. Το 2009 θα κατεδαφιστεί και το τελευταίο οχυρό του παραλιακού μετώπου.

Όταν το 1989, ο διευθύντης του ξενοδοχείου μ. Ανδρέας Ευρυβιάδης αποσύρθηκε από την ενεργό δράση, ανέλαβε τη διαχείριση του ξενοδοχείου Τουριστικός Οργανισμός. Κατεδαφίστηκε το 2009, κλείνοντας μια ζωή εξήντα μόλις χρόνων, γεματή με ωραίες εφηβικές αναμνήσεις.

Πηγή: Ανδρέας Ο. Ευρυβιάδης, Η πόλη μου, η Πόλη μου η Λαρνακα, σσ.73-84, Λάρνακα 2001. 2. Αριστείδης Λ. Κουδουνάρης, Βιογραφικόν Λεξικόν Κυπρίων 1800-1920, σ.342, Λευκωσία 2010.

Advertisements
This entry was posted in Παραλιακό Μέτωπο. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s