[116] Άγιος Γεώργιος Μακρής

Ο σταυροειδής με τρούλο βυζαντινός ναός του Αγίου Γεωργίου Μακρή

Είναι άγνωστος ο χρόνος κτίσεως του ναού του Αγίου Γεωργίου Μακρή. Είναι βυζαντινού ρυθμού, σταυροειδής με τρούλο. Σύμφωνα με τον Gunnis κτίστηκε το 12ο αιώνα, ενώ σύμφωνα με τον Νεοκλή Γ. Κυριαζή αρχές του 14ου αιώνα. Ονομάζεται Μακρής -σε αντιδιαστολή με τον Άγιο Γεώργιο τον Κόντο – λόγω της μεγαλύτερης απόστασης στην οποία βρίσκεται από την παλιά Λάρνακα, των ενοριών δηλαδή του Αγίου Ιωάννη και της Σωτήρας.

Στην ίδια θέση ΝΔ της Λάρνακας, βρισκόταν επί Φραγκοκρατίας το χωριό Αγρίνου, που καταστράφηκε μαζί με άλλα χωριά [Κελλιά, Αραδίππου, Δρομολαξιά, Κίτι κ.ά] από τους Μαμελούκους της Αιγύπτου κατά την εισβολή τους το 1425-26 επί βασιλείας Ιανού. Μετά την καταστροφή της Αγρίνου ο ναός ξανακτίστηκε ως καθολικό Μονής, όπως μαρτυρούν ταξιδιωτικές περιγραφές επισκεπτών του μεσαίωνα. Το χωριό Αγρίνου ανήκε στη διοικητική επαρχία των Αλυκών. Επί Ενετοκρατίας υπαγόταν στο εμπαλείο [balliazzo] της Αραδίππου μαζί με άλλα εννέα  χωριά της περιοχής: Αραδίππου, Λάρνακα, Τριδάτος [Λειβάδια], Zonnatos [οικισμός με εκκλησία τη σημερινή Παναγία του Γεννάτου στην Αραδίππου], Μενεού, Δρομολαξιά, Κίτι, Καλό Χωριό, Άγιος Γεώργιος της Άρπερας και Αγρίνου.

Ο Φλώριος Βουστρώνιος αναφέρει ότι ο βασιλιάς Ιάκωβος Β’ Νόθος, έδωσε γύρω το 1464 την Αγρίνου, την Τόχνη, το Καλό Χωριό, το Μαρώνι και τα Άρδανα στο Γενουάτη ευγενή από τη Αμμόχωστο Ιάκωβο Ζαπλάνα. Ο Ζαπλάνα, πιάστηκε αιχμάλωτος στην Καρπασία το 1461 όταν εστάλη από τους συμπατριώτες του εκεί για να κουρσέψει. Οι Γενουάτες τότε κατείχαν την Αμμόχωστο και βρίσκονταν σε εμπόλεμη κατάσταση με τον βασιλιά Ιάκωβο Β΄Νόθο, ο οποίος προσπαθούσε να τους εκδιώξει από την Αμμόχωστο.  Παρότι αντίπαλος, εκτιμώντας ο βασιλιάς τις ικανότητές του, όχι μόνο τον ελευθέρωσε αλλά του παραχώρησε εξουσία και τα προαναφερθέντα φέουδα. Ο Ζαπλάνα υπηρέτησε πιστά τον Ιάκωβό Β΄μέχρι το θάνατο του βασιλιά το 1473.

Μετά τον θάνατο του ευεργέτη του, λόγω της συνωμοτικής του δράσης κατά της ενετικής πολιτικής που εποφθαλμιούσε την Κύπρο, ο Ζαπλάνα μαζί με άλλους συνελήφθη το 1476 και φυλακίστηκε στη Βενετία, απ’ όπου απελευθερώθηκε ένα χρόνο μετά. Η βασίλισσα Αικατερίνη Κορνάρο, χήρα του Ιάκωβου Β’ Νόθου, παρεχώρησε την Αγρίνου το 1474 στο Φίλιππο ντε Νόρες τον οποίον έχρισε και ιππότη: Και τη ιθ ιανουαρίου (19 Ιανουαρίου)…εποίκεν και τον Φίλιππον τε Νόρες καβαλλάρην [ιππότη], και έδωκεν του την Αγρίνουν…, όπως αναφέρει ο χρονογράφος Γεώργιος Βουστρώνιος.

Οικισμός Agrino σε χάρτη του Ortelius του 1573

Είναι εκπληκτική η συχνότητα με την οποία εμφανίζεται ο οικισμός σε χάρτες του 16ου και του 17ου αιώνα δίπλα από τις αλυκές. Αυτό μπορεί να οφείλεται στη γνώση που είχαν οι χαρτογράφοι, για το ιστορικό συμβάν του 1425, όταν οι Μαμελούκοι, κατέκαυσαν τον οικισμό της Αγρίνου. Ενδεικτικά ως Agrino, βρίσκεται στο χάρτη του Magini του 1597, του Belleforest του 1575, του Abraham Ortelius του 1573, του Quad Von Kinckelbach του 1608 και σε πολλούς άλλους. Δεν γνωρίζουμε την ετυμολογία του ονόματος της Αγρίνου. Ο Goodwin αναφέρει ότι ο οικισμός μπορεί να πήρε το όνομά του, από το κυπριακό αγρινό, που κατά τα χρόνια της Λουζινιάνειας εποχής υπήρξε ένα πολύ δημοφιλές θήραμα.

Στο κώδικα Α’ (σ. 12) της μητροπόλεως Κιτίου ημερ. 22 Ιουνίου του 1733, σε αυτόγραφο σημείωμα του Μητροπολίτη Ιωαννικίου Β’ γίνεται η εξής αναφορά: Δια το είτι αποδείχνει ο ιερομόναχος παπά Σωφρόνιος είτι ευρέθησαν εις χείρας του Αγίου Γεωργίου Αγρίνου, λεγομένου Μακρύ. Το σημείωμα αυτό είναι σημαντικό στοιχείο γιατί επιβεβαιώνει την γεωγραφική σχέση της μεσαιωνικής Αγρίνου με τον Άγιο Γεώργιο Μακρή.

Η μοναδική σωζόμενη τοιχογραφία του Αγίου Γεωργίου του 1706

Η πιο παλιά μαρτυρία για τη σημερινή εκκλησία, είναι επιγραφή του 1706 που βρίσκεται κάτω από την τοιχογραφία του Αγίου Γεωργίου στο τυφλό τόξο του βόρειου τοίχου και αναφέρεται σε ανακαίνιση εκ βάθρων του ναού κατά το χρόνο εκείνο. Η ανακαίνιση αφορούσε το ναό, τα κελλιά της μονής στη δυτική και νότια πλευρά και την αποκατάσταση της βόρειας στοάς. Μέρος της ανακαίνισης ήταν και η αγιογράφηση του ναού, από την οποία σώζεται η εικόνα του Αγίου Γεωργίου. Στη επιγραφή αναγράφονται τα ονόματα των συνδρομητών, ανάμεσα στα οποία πρώτο είναι «του ευλαβεστάτου κυρίου Μανουήλ ιερέος και της πρεσβυτέρας αυτού Μαριούς» που με κόπο και συνδρομή ανακαίνισαν εκ βάθρων την εκκλησία.

Μια δεύτερη ανακαίνιση έγινε τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα από τον Αρχιμανδρίτη Κιτίου Μελέτιο Μοδινό [1843-1917], θείο του ποιητή Δημήτρη Λιπέρτη. Σ’ αυτή περιλαμβάνεται και η προσθήκη του νάρθηκα στο δυτικό μέρος του ναού. Στις επόμενες όμως δεκαετίες η Μονή παρήκμασε, ενώ τα γύρω δωμάτια αφέθηκαν στην πλήρη εγκατάλειψη. Πρίν μισό περίπου αιώνα, το Τμήμα Αρχαιοτήτων κατεδάφισε το νάρθηκα και τα ερειπωμένα δωμάτια, αναδεικνύοντας τη βυζαντινή ομορφιά του μικρού και ιστορικού ναού.

Όπως αναφέρει ο Νεοκλής Γ. Κυριαζής, στον ίδιο οικισμό ανάμεσα στα Καφενούδκια και στον Άγιο Γεώργιο Μακρή επί ελαφρού υψώματος στο τέρμα της σημερινής Λεωφόρου 1ης Απριλίου, υπήρχε και άλλη ενοριακή εκκλησία, αφιερωμένη στον Άγιο Ανδρόνικο. Στη τοποθεσία αυτή εύρισκαν, όπως λέει ο Νεοκλής Γ. Κυριαζής, βυζαντινούς σκύφους, τους κιασέδες του άϊ Ανδρονίκου.

Σύμφωνα με νεότερες μαρτυρίες ανθρώπων που γεννήθηκαν στη περιοχή και κατέχουν την προφορική μαρτυρία των γηραιοτέρων, ο ναός του Αγίου Ανδρονίκου βρισκόταν 300-400 μέτρα βορειοανατολικά του Αγίου Γεωργίου Μακρή, σε χωράφι που μέχρι την δεκαετία του ’40 υπήρχαν οικοδομικά υπολείμματα του ναού, κομμάτια αγγείων νεωτέρων και μεσαιωνικών [κιασέδες], καθώς και ξύλινος σταυρός στερεωμένος με σωρό από πέτρες, για να υπενθυμίζει τη θέση που βρισκόταν ο ναός. Σήμερα, μέρος του χωραφιού είναι οικοδομημένος, ενώ το υπόλοιπο αποτελεί δημοτικό πάρκο.

Ο Σταυρός του τέμπλου. Βυζαντινό Μουσείο Αγίου Λαζάρου

Από το ναό αυτό σώζεται ο Σταυρός του τέμπλου. Διατηρεί μέρος του ζωγραφικού θέματος της Σταύρωσης, όπως την Παναγία και τον Ιωάννη το Θεολόγο στα οριζόντια επίμηλα του σταυρού και άγγελο στο πάνω επίμηλο. Επίσης μέρος από το σώμα του Χριστού και τη χλευαστική επιγραφή Ι. Ν. Β. Ι.  Το έργο αυτό αποδίδεται στον Κερκυραίο ζωγράφο Εμμανουήλ Τζανφουρνάρη [1570-1631;], που είχε ιδιαίτερες σχέσεις με το νησί, αφού η γυναίκα του καταγόταν από την Κύπρο. Ο Σταυρός βρίσκεται σήμερα στο Βυζαντινό Μουσείο του Αγίου Λαζάρου. Έργα του ιδίου ζωγράφου βρίσκονται στις εκκλησίες του Αγίου Ιωάννη και της Χρυσοπολίτισσας στη Λάρνακα.

Πηγές: 1.Bουστρώνιος Φλώριος, Ιστορία της Κύπρου, παρ : 636, Φιλόκυπρος, Λευκωσία 1998. 2.Βουστρώνιος Γεώργιος, Διήγησις Κρόνικας Κύπρου, παρ : 175,  Φιλόκυπρος, Λευκωσία 1989. 3.Ιωάννου Σύλβιας, Συλλογή Ιsle de Cipre, Γλυκεία Χώρα Κύπρος, Η Ευρωπαϊκή Χαρτογραφία της Κύπρου [15-19ος αιώνας], σσ. 100, 106, 124, 132. 4. Goodwin C. Jack, An historical Toponymy of Cyprus, τόμ.1ος, σ.111, Fifth Edition 1985 Nicosia. 5.Νεοκλής Γ.Κυριαζής, Τα χωριά της Κύπρου, σ.33, Λάρνακα 1952. 6.Κώστας Γερασίμου, Η Κατά Κίτιον Αγιογραφική Τέχνη, σ.188, Λάρνακα 2002. 7.Συκουτρής Ι., Κυπριακά Χρονικά, Β, Απρ-Δεκ., 1924, σ.270.

Advertisements
This entry was posted in Εκκλησίες της Λάρνακας. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s