[144] Από την Τραγωδία στο Μαρί: η ανάδυση ενός φωτεινού κόσμου

Τις μέρες του πόνου και του σπαραγμού, βιώσαμε κάποια φαινόμενα που μας συγκλόνισαν και μας συγκίνησαν. Θαυμάσαμε συμπεριφορές ανθρώπων, που στο κάλεσμα της ανάγκης έτρεξαν στα νοσοκομεία να δώσουν αίμα. Tους εθελοντές, που βημάτισαν σπιθαμή – σπιθαμη τ’ αλώνια της φωτιάς αναζητώντας τους ανθρώπους που έπεσαν. Τους πολίτες, που χωρίς καμιά κομματική ένταξη, συνεχίζουν να ζητούν επιτέλους, κάθαρση και κατανομή ευθυνών από ένα κράτος ευθυνόφοβων και βολεμένων. Με τις προσωπικές εκδηλώσεις συμπαράστασης και αλληλεγύης στις οικογένειες των θυμάτων. Αλλά και με τη στωικότητα και την αξιοπρέπεια των κατοίκων των κοινοτήτων του Βασιλικού, που βρέθηκαν έτσι ξαφνικά στο μάτι του κυκλώνα κάνοντας άνω – κάτω τη ζωή τους. Τελικά, σε εποχές ανείπωτης θλίψης και πόνου, η ανθρώπινη φύση αναδύει τα πιο φωτεινά ψυχικά και κοινωνικά φαινόμενα, γεγονότα που η καθημερινή ραστώνη είναι αδύνατο να αναδείξει. Αυτές οι φωτεινές υπερβάσεις είναι που μας σώζουν.

Θα σταθώ όμως σε κάποιες γυναίκες που με συγκίνησαν ιδιαιτέρα. Που συγκίνησαν όλη την Κύπρο. Επρόκειτο για κάτι μεγαλειώδες, κάτι, που είχε άγγιγμα Θεού. Την υπέρβαση του προσωπικού χαμού την ώρα του τελευταίου αποχαιρετισμού. Την ώρα που με μεγαλείο ψυχής καλούσαν τον κόσμο να μην αποδοκιμάζει τους εκπροσώπους του κράτους που καθηκόντως κατέθεταν τα στεφάνια τους, ενός κράτους, που είχε αφαιρέσει πριν μερικά εικοσιτετράωρα τη ζωή των αγαπημένων τους. Πως να ξεχάσει κανένας τη μεγαλοσύνη της γυναίκας του Ανδρέα Ιωαννίδη ή της μητέρας των διδύμων αδελφών που χάθηκαν τόσο νωρίς, αλλά και όλων των άλλων συγγενών που ο καθένας με το δικό του τρόπο δίδαξαν ήθος και αξιοπρέπεια. Μέσα στον πόνο και την απερίγραπτη θλίψη, οι γυναίκες αυτές συγκλόνισαν. Έδειξαν την ώρα εκείνη της δικαιολογημένης αγανάκτησης, το μεγαλείο της συγχωρητικότητας, δείγμα ελληνικής και χριστιανικής παιδείας. Μαζί με το σπαραγμό, τα υψωμένα χέρια των γυναικών αυτών που καλούσαν τον κόσμο να υπερβεί το θυμό, ναι, ήταν σίγουρα άγγιγμα Θεού! Οι δύο αυτές γυναίκες έδωσαν μάθημα ενότητας την ώρα που αγκαλισμένες στην κηδεία των διδύμων παιδιών, έψαλαν μαζί τον Εθνικό Ύμνο. Εκεί, στα δύο φέρετρα του Μιλτιάδη και του Χρίστου Χριστοφόρου «ακουμπούσε»  η θρηνούσα Κύπρος. Όπως σε όλα τα φέρετρα των ηρώων.

Στα φέρετρα των ηρώων όπου ακουμπά η πατρίδα

Αλλά ακόμα, πως μπορεί κανείς να ξεχάσει τον επικήδειο λόγο του Νικόλα Ιωαννίδη στον πατέρα του. Έχει καιρό να ακούσω τέτοια λόγια. Ένα μνημείο μεστού ελληνικού λόγου που περιείχε τα πάντα: θάρρος, σοβαρότητα, παλληκαριά, ευγένεια, λεκτική αρτιότητα, σεβασμό και αγάπη προς τον ήρωα πατέρα, υπόσχεση όχι μόνο για οικογενειακή δικαίωση, αλλά και για κάθαρση «στα ήδη σεσηπότα θεμέλια του κράτους», αλλά και προτροπή να μην μετατραπεί η τραγωδία, σε παιχνίδι στο πεδίο των κομματκών αντιπαραθέσεων. «Μόνο δικαιοσύνη ζητούμε». Τι σωφροσύνη! Χωρίς μίσος αλλά με αποφασιστικότητα για την απονομή ευθυνών, ορκιζόμενος «στο σεπτό σκήνωμα ότι οι ένοχοι θα πληρώσουν για σένα και τους υπόλοιπους λεβέντες». Αυτό, είναι η υπεύθυνη στάση ενός ώριμου ανθρώπου, που καλύπτει το συλλογικό καθήκον στην απόδοση ευθυνών. Είπε ακόμα στο νεκρό πατέρα: «Απαρνήθηκες τον νεοταξίτικο ατομικισμό και έκανες βίωμα σου την ελληνόπνευστη συλλογικότητα», αναφερόμενος «στους απάτριδες και ρίψασπεις που καλούν τους νέους να μην υπηρετήσουν την πατρίδα» εκκολάπτοντας με τον τρόπο αυτό τη φυγοστρατία

Αφήνω τελευταίο το συναίσθημα του Νικόλα που είναι ίδιον ρομαντικών ανθρώπων Ένα συναίσθημα έντονο, ποιητικά φορτισμένο και συγκλονιστικό: «Όταν το μοιραίο πρωί οι καπνοί από την έκρηξη έφτασαν στο σπίτι μας, πριν ακόμα μάθω οτιδήποτε, ένιωθα ότι μέσω αυτής της σκόνης ήρθες για τελευταία φορά κοντά μας. Δε σε αγκάλιασα γιατί θα με περνούσαν για τρελό, ίσως ήθελα να διατηρώ την ψευδαίσθηση ότι θα σε δω το μεσημέρι πριν πάω στη δουλειά. Είδες όμως, έχασα την τελευταία μου ευκαιρία να σε αγκαλιάσω. Ελπίζω να με συγχωρέσεις. Η φλόγα σου υπάρχει μέσα στη μάνα μου, εμένα, την Κυριακή και το Χριστόφορο…»

Σε μια εποχή πολυσπούδαστων πολιτικών αναλύσεων, όπου η αναζήτηση ενός δικαιότερου κράτους παραπέμπεται εντέχνως στις ελληνικές καλένδες, υποτιμώντας το τραγικό γεγονός και τις βαρειές ευθύνες της παρούσας κυβέρνησης, ο λόγος του Νικόλα είναι πιο ειλικρινής, πιο διάφανος, πιο καινοτόμος και κυρίως ακομμάτιστος. Πολιτικός και συνάμα συναισθηματικός, ισορροπώντας μεταξύ του χρέους ενός ελεύθερου πολίτη που ζητά δικαίωση και ενός παιδιού που έχασε τον πατέρα του στο πεδίο της τιμής. Στον επικήδειο αυτό λόγο, κάθε καλόπιστος πατριώτης μπορεί να υποκλιθεί.

Advertisements
This entry was posted in Εθνικές Τραγωδίες. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s