[162] Η κάθοδος των Επτανήσιων στην Κύπρο

Κατά το 18ο αιώνα παρουσιάστηκε ένα ρεύμα εγκατάστασης Επτανήσιων σε διάφορα μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατόριας, όπως στην Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, τη Θεσσαλονίκη, την Κύπρο κ.λπ. Τούτο συνδεόταν με την αναζήτηση καλύτερων συνθηκών εμπορίου, καθώς οι κάτοικοι των Επτανήσων, ως Βενετοί υπήκοοι [τα Επτάνησια ήταν τότε κτήση της Βενετίας], απολάμβαναν των προνομίων των Διομολογήσεων, που είχε προ καιρού παραχωρήσει ο Σουλτάνος προς τη Βενετική Δημοκρατία. Σύμφωνα με τα προνόμια αυτά, οι Βενετοί υπήκοοι τύγχαναν φορολογικής ατέλειας και ευνοϊκής νομικής μεταχείρισης στα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Έτσι, ενώ οι μη Μουσουλμάνοι υπήκοοι της Υψηλής Πύλης πλήρωναν δασμό εισαγωγής 5% για κάθε εμπορική συναλλαγή, οι ξένοι έμποροι [Βενετοί, Γάλλοι κ.ά] πλήρωναν δασμό εισαγωγής 3%.

Στην Κύπρο η εγκατάσταση ξεκίνησε σποραδικά στις αρχές του 18ου αιώνα κυρίως στη Λάρνακα όπου διεξαγόταν το μεγαλύτερο μέρος του εμπορίου. Ιστορικές πληροφορίες αναφέρουν ότι οι πρώτοι που ήρθαν στη Λάρνακα ήταν ο Χριστοδουλής και ο Πέτρος Καρύδης, γιοι του Ιωάννη Καρύδη από το Ληξούρι της Κεφαλλονίας. Μάλιστα, επειδή η οικογένεια ήταν εγκατεστημένη σε περιοχή της Κεφαλλονιάς που λεγόταν Σκάλα ήταν γνωστή και ως Καρύδη – Σκαλιώτη [Caridi – Scalisiano].

Η οικογένεια μεγαλούργησε τόσο στο εμπόριο όσο και στην πολιτική, αφού πολλά μέλη της είχαν διοριστεί Πρόξενοι και Δραγουμάνοι, όπως ο Ιερώνυμος, γιος του Ανδρόνικου και εγγονός του Χριστοδουλή Καρύδη, που από το 1771 διετέλεσε Δραγουμάνος του Γαλλικού Προξενείου της Λάρνακας. Η μεγαλύτερη όμως προσωπικότητα της οικογένειας, ήταν ο γιος του Χριστοδουλή, Κωνσταντίνος, ο μετέπειτα Μητροπολίτης Λιβύης [1781-1791] και ακολούθως Νικομήδειας [1791-1821] Αθανάσιος, που εκτελέστηκε μαζί με τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’ στην Κωνσταντινούπολη τον Απρίλιο του 1821.

Μαριού Καρύδη, σύζυγος του Πιεράκη Δημητρίου Κορέλλα, γενάρχη της οικογένειας Πιερίδη

Η Μαριού, το γένος Χριστοδουλή Καρύδη, παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο τον Πιεράκη Δημητρίου Κορέλλα, το γενάρχη [των τεσσάρων κλάδων] της οικογένειας Πιερίδη. Ο Πιεράκης Κορέλλα, έμπορος και για κάποιο διάστημα Δραγουμάνος του Προξενείου της Βενετίας στη Λάρνακα, απαγχονίστηκε από τους Τούρκους τον Ιούλιο του 1821. Οι πρόγονοι της οικογένειας Πιερίδη κατάγονται από τη Ζάκυνθο και ήδη από το 1758 είχαν εγκατασταθεί στη Λάρνακα.

Σχετικά με τα πρώτα σπίτια των διαφόρων μελών της οικογένειας Καρύδη, ο Νεοκλής Κυριαζής γράφει: «Εις την ενορίαν Σωτήρος, έναντι σχεδόν της Μητροπόλεως, εσώζοντο κατοικίαι, εις τας οποίας, εις προγενέστερους χρόνους, κατώκουν διάφοροι απόγονοι της οικογένειας Καρύδη … Εις μίαν εξ’ αυτών, κτήμα πρότερον της οικογένειας Πρατζιώτη, και επί τετραγώνου λίθου παλαιάς κρήνης σημειούται 1765 Χ.Κ.».

Θα πρέπει να αναφέρω ότι στο Μεσαιωνικό κάστρο της Λάρνακας υπάρχει κρήνη με την ίδια ημερομηνία αλλά με τα αρχικά Α.Κ. Επίσης το σπίτι της Μαριούς Καρύδη-Πιεράκη, βρισκόταν εκεί που είναι σήμερα το Δημοτικό Μέλαθρο Ευγηρίας. Το 1910 το σπίτι δωρήθηκε στην πόλη από την οικογένεια του γιου της Ιωάννη Πιερίδη και λειτούργησε ως Πτωχοκομείο το 1917.

Ο Πρόξενος Κωνσταντίνος Περιστιάνης. Πίνακας αγνώστου

Το μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα ξεκίνησε το 1757. Τη χρονιά εκείνη έφθασε στη Λάρνακα ο έμπορος Ευαγγέλης Περιστιάνης. Ακολούθησε το 1758 ο καπετάνιος Ηλίας Βαλσαμάκης και ο Demetrio Corella από τη Ζάκυνθο με το γιο του Pietro [οικ. Πιερίδη], ενώ δύο χρόνια μετά οι γιατροί Παυλάκης Βοντιστιάνος και Γεώργιος Χοϊδάς. Λίγα χρόνια μετά ήταν η σειρά του πλοίαρχου Ευάγγελου Αγγελάτου, του πατέρα του γιατρού Παναγή Αγγελάτου που θα διατελέσει πρώτος Πρόξενος της Ιονίου Πολιτείας στη Λάρνακα [1800-1807]. Όλοι – πλήν του Corella – κατάγονταν από την Κεφαλλονιά. Σε αντίθεση με τους Γάλλους και τους άλλους ξένους, οι Επτανήσιοι λόγω κοινής γλώσσας και θρησκείας, παντρεύονταν Κύπριες ή προχωρούσαν σε μεταξύ τους γάμους.

Ο Ευαγγελής Περιστιάνης [1728-1781] παντρεύτηκε τη Μαριού, κόρη του Ζαχαρία Γαβριήλ, Κύπριου Δραγουμάνου της Σουηδίας. Άνοιξε εμπορικό οίκο που κληρονόμησε ο γιος του, Κωνσταντίνος Περιστιάνης, ο μετέπειτα Πρόξενος της Σουηδίας, της Νορβηγίας και της Ρωσίας στη Λάρνακα. Όπως και ο πατέρας του έτσι και ο Κωνσταντίνος παντρεύτηκε σε πρώτο γάμο την Μηλιά από το Στρόβολο και σε δεύτερο την Αιμιλία Γερολέμου από τη Λευκωσία.

Οι Περιστιάνηδες έμεναν στην ενορία της Σωτήρας, αργότερα όμως μετακόμισαν στη Σκάλα σε ιδιόκτητο σπίτι, κοντά στο αρχοντικό του Τσέπη στην περιοχή της σημερινής «Λαϊκής Γειτονιάς». Ο Λαρνακέας ιστοριοδίφης και γιατρός Νεοκλής Κυριαζής αναφέρει ότι ο Κωνσταντίνος Περιστιάνης «κατώκει εις την παρά το »ναυτικόν κέντρον» κατοικίαν εν η έζη η οικογένεια Α. Τσέπη την επικαλούμενην του Χάλλαρη [εδώ γίνεται αναφορά στον έμπορο Χάλλαρη που αγόρασε την κατοικία από την εγγονή του Κωνσταντίνου Περιστιάνη, Χρυστάλλα] και η οποία διέθετε και φυλακές, μάλλον λόγω της προξενικής ιδιότητας του ιδιοκτήτη της». Το σπίτι του ήταν γνωστό στη Λάρνακα ως το κονάκι του κονσόλου. Διατηρούσε γύρω του ένα πολυάριθμο προσωπικό, από υπηρέτες, γραφείς, οδηγούς και γραμματικούς. Έχαιρε μεγάλης εκτίμησης από τους Λαρνακείς που τον προσφωνούσαν ως τον ενδοξότατον ή εκλαμπρότατον άρχοντα και κόνσολο σιόρ Κωνσταντίνο Περιστιάνη. Οι εμφανίσεις του ιδίου και της οικογένειάς του χαρακτηρίζονταν από μεγαλοπρέπεια, που οι κοσμικοί κύκλοι της Λάρνακας σχολίαζαν με θαυμασμό. Πέθανε το 1842 σε ηλικία 83 χρόνων. Η επιτύμβια πλάκα του βρίσκεται σε τοίχο της νότιας στοάς του Αγίου Λαζάρου.

Οι Επτανήσιοι μετανάστες δεν ήταν όλοι πλούσιοι έμποροι ή ευκατάστατοι επαγγελματίες. Σε μητρώα του Βενετικού Προξενείου υπάρχουν ονόματα που προέρχονται από τα επαγγέλματα που ασκούσαν [Καλάφατης, Τζαγκάρης, Παρβέρης, Μαραγκός, Ττουφεκτζής], από τον τόπο καταγωγής [Παξήνος, Κορφιάτης, Αγιμαυρίτης], από τα πατρώνυμα [Νικολή, Γιάννη, Αδάμου] ή τα μητρώνυμα [Νεραντζούς, Δεσποινούς, Μαρίκκας]. Από τους δεκάδες Επτανήσιους που έφτασαν στην Κύπρο στα μέσα του 18ου αιώνα, μικρό μόνο μέρος ανήκε σε επιφανείς αστικές οικογένειες. Εκτός από τις προαναφερθείσες, σημειώνουμε ονομαστικά κάποιες άλλες, γνωστές από τη βιβλιογραφία : Φώτζιου, Κεφάλα, Μώζερα, Νικολάου, Ζυμπουλάκη, Τάνου, Bizzaro, Vassalo, Gerolamo Varlamo, Sagramoro κ.ά. Πολλοί απόγονοι των οικογενειών αυτών από τα Επτάνησα, δραστηριοποιούνται μέχρι σήμερα στην κυπριακή κοινωνία με τα ίδια επώνυμα ή με άλλα.

Το γωνιακό σπίτι του λόγιου Παύλου Βαλδασερίδη, απόγονου των Βαλσαμάκηδων από τη Κεφαλλονιά. Κτίστηκε το 1830. Κατεδαφίστηκε γύρω το 1984

Τους νέους αυτούς κατοίκους της Λάρνακας οι Τούρκοι τους αποκαλούσαν «ζαντταλήδες» από την τουρκική λέξη «Zantalι» που σημαίνει «Ζακυνθηνοί». Φαίνεται πως με τον όρο αυτό, εννοούσαν όλους του Επτανήσιους, αφού η μεγάλη τους πλειοψηφία είχαν καταγωγή από την Κεφαλλονιά.

Δεν είχαν δημιουργήσει δική τους συνοικία. Τον πρώτο καιρό έμεναν στις ενορίες της Σωτήρας, της Χρυσοπολίτισσας και του Αγίου Ιωάννη. Στην οδό Χρυσοπολίτισσας βρίσκεται το αρχοντικό του λαρνακέα λόγιου Ιερωνύμου Βαρλαάμ [1849-1915], οι πρόγονοι του οποίου προέρχονταν από την Κέρκυρα. Ο Νεοκλής Γ. Κυριαζής μας άφησε πολύτιμες πληροφορίες για την Προξενική συνοικία της Χρυσοπολίττισας. Γράφει σχετικά: «Εις την ενορία της Χρυσοπολίτισσας, δύο δρόμοι, παράλληλοι εν αρχή συναντώνται παρά την εκκλησίαν και ενούνται εις ένα, εκτεινόμενον προς την ενορίαν Σωτήρος. Εις το εκ της ενώσεως των δρόμων τρίγωνον, υψούντο τα ακόλουθα προξενεία. Το της Αγγλίας εις τον προς Β. δρόμονΕις τον προς Ν. δρόμον [οδός Χρυσοπολίτισσας] το της Αυστρίας – οικία Καπράρα – Ολλανδίας και Ρωσίας, και κατά τον δρόμον πέραν της ενώσεως τους, το της Ισπανίας, Πρωσσίας και το αρχοντικόν της Νεαπόλεως, ως και οι γαλλικοί οίκοι των αδελφών Tardieu και Michel». Στην εκκλησία της Χρυσοπολίτισσας, βρίσκεται εντοιχισμένη στον τοίχο της νότιας στοάς η επιτύμβια πλάκα της Αυγούστας Βοντιτσιάνου, κόρης του Πρόξενου της Αγγλίας Αντώνιου Βοντιτσιάνου και της Θέκλας Καρύδη, που πέθανε στις 10 Ιανουαρίου 1829.

Οι οικίες των οικογενειών Πιερίδη και Βαλσαμάκη βρίσκονταν στο λιμάνι της Σκάλας. Το σπίτι Βαλσαμάκη βρισκόταν στο δρόμο που οδηγεί από το παραλιακό μέτωπο στην εκκλησία του Αγίου Λαζάρου. Ο δρόμος αυτός τιμής ένεκεν ονομάζεται σήμερα Παύλου Βαλσαμάκη. Αργότερα η οικογένεια εγκαταστάθηκε σε σπίτι στη γωνία της λεωφόρου Αθηνών και της οδού Φίλιου Ζαννέτου, το οποίο κληρονόμησε ο λαρνακέας λογοτέχνης Παύλος Βαλδασερίδης [1892-1972], εγγονός του γιατρού Παύλου Βαλσαμάκη [βλέπε ανάρτηση 70-κατηγορία:παλιές οικογένειες].

Οι πρώτοι Επτανήσιοι που έφθασαν στη Λάρνακα αποτέλεσαν την απαρχή σημαντικών κοινωνικών αλλαγών. Εκτός από την πνευματική και κοινωνική αναβάθμιση της ντόπιας κοινωνίας, οι Επτανήσιοι βοήθησαν στη δημιουργία της κυπριακής αστικής τάξης και στην ενδυνάμωση του ελληνικού, έναντι του κρατούντος οθωμανικού αλλά και του ξένου στοιχείου. Γι’ αυτό και η τουρκική κοινότητα της Λάρνακας με διάβημά το Φεβρουάριο 1757 προς την Υψηλή, κατέγραφε τα παράπονά της από την εγκατάσταση στην πόλη των Επτανήσιων μεταναστών.

Είναι χαρακτηριστικό ότι από το τέλος του 18ου και το 19ο αιώνα, όλοι οι Πρόξενοι, Υποπρόξενοι, Δραγουμάνοι και Καγκελλάριοι των ξένων δυνάμεων – με εξαίρεση τη Γαλλία – προέρχονταν σε μεγάλο βαθμό από τις αστικές αυτές οικογένειες. Τρανά παραδείγματα της επικράτησης των αναδυόμενων νέων κυπριακών οικογενειών, ο Πρόξενος της Αγγλίας Αντώνιος Βοντιτσιάνος [1755-1838], γιος του γιατρού Παυλάκη Βοντιτσιάνου και ο Πρόξενος της Σουηδίας, Νορβηγίας και Ρωσίας, Κωνσταντίνος Περιστιάνης [1759-1842]. Ειδικά οι δύο αυτοί Πρόξενοι, πρόσφεραν ανεκτίμητες υπηρησίες προς τον υπόδουλο λαό κατά τις σφαγές του 1821, αφού προστάτευσαν και φυγάδευσαν πολλούς κύπριους που είχαν προγραφεί από τις τουρκικές αρχές. Το 1804 ο Κωνσταντίνος Περιστιάνης βοήθησε τον περίφημο Δραγουμάνο της Κύπρου Χατζηγιωργάκη Κορνέσιο να ταξιδεύσει στην Κωνσταντινούπολη για να καταγγείλει στην Υψηλή Πύλη τις αυθαιρεσίες των οθωμανικών αρχών της Κύπρου, ενώ στο σπίτι του Βοντιτσιάνου κατέφυγε η χήρα του Πιεράκη Δημήτριου Κορέλλα, Μαριού Καρύδη, μετά τον απαγχονισμό του συζύγου της τον Ιούλιο του 1821 [η γυναίκα του Βοντιτσιάνου, Θέκλα Καρύδη ήταν αδελφή της Μαριούς]. Πολλές φορές οι δύο αυτοί Πρόξενοι, στήριξαν οικονομικά σε δύσκολους καιρούς  την Αρχιεπισκοπή και τις κατά τόπους Μητροπόλεις.

Η επιτύμβια πλάκα του Πρόξενου Κωνσταντίνου Περιστιάνη που βρίσκεται στη νότια στοά του Αγίου Λαζάρου. Πέθανε το 1842

Το 1797 στη διάρκεια των Nαπολεόντειων Πολέμων, τα Επτάνησα περιήλθαν για τρία χρόνια στην κατοχή των Γάλλων. Το 1800 έως το 1807 εγκαθιδρύθηκε η Ιόνιος Πολιτεία, ένα καθεστώς ιδιότυπης αυτονομίας υπό την επικυριαρχία του Σουλτάνου [πρόξενος στη Λάρνακα την περίοδο αυτή ήταν ο Παναγής Αγγελάτος, γιατρός από την Κεφαλλονιά]. Από το 1807 έως το 1814 τα Ιόνια περιήλθαν ξανά στην κατοχή των Γάλλων, ενώ από το 1814 έως το 1864 ήταν υπό Αγγλική κατοχή. Το 1864 ενώθηκαν με την Ελλάδα. Σε όλο αυτό το διάστημα η κάθοδος των Επτανήσιων συνεχίστηκε αλλά σε πολύ μικρότερο βαθμό.

Πηγές: 1. Θεοχάρης Σταυρίδης, Η εγκατάσταση Επτανησίων στην Κύπρο στα μέσα του 18ου αιώνα και οι τοπικές αντιδράσεις, Επετηρίδα Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών ΧΧΧV – 2009-2010, Λευκωσία-2010 2. Θεοχάρης Σταυρίδης, O Ευαγγελής Περιστιάνης στη Σκάλα Λάρνακας [1757-1781], Επετηρίδα Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών ΧΧV – 1999, Λευκωσία 1999 3. Δήμος Λάρνακας, Πρακτικά Πρώτου Κιτιακού Συμποσίου που έγινε στη Λάρνακα 12-13 Νοεμβρίου 1994, Λάρνακα 1997. 4.Αριστείδης Λ. Κουδουνάρης, Μερικαί Παλαιαί Οικογένειαι της Κύπρου, σσ.13-34, 41-47, 73-74, 87, Λευκωσία 1972 5.Νεοκλής Γ. Κυριαζής, Συλλογή Ιστορικών Ειδήσεων της πόλεως Λάρκακας-Σκάλας, σσ.31-35, Λάρνακα 1946.