[235] Αναμνήσεις από τη ζωή του Μιχαλάκη Παρίδη

Μιχαλάκης Παρίδης και Γιώργος Λυκούργος, αχώριστοι φίλοι και συναγωνιστές

Κάποιες αναμνήσεις απ’ τη ζωή του Μιχαλάκη Παρίδη είχε την καλοσύνη να μας εμπιστευτεί στο κείμενο που ακολουθεί ο αδελφικός του φίλος και συναγωνιστής στον αγώνα για την ελευθερία της Κύπρου, πρώην Δήμαρχος Λάρνακας, πρέσβυς Γιώργος Λυκούργος. Μαζί με τις αναμνήσεις, μας πρόσφερε και δύο ποιήματά του για δημοσίευση.

Γράφει λοιπόν ο Γ. Λυκούργος: Ο Μιχαλάκης Παρίδης ήταν γεννημένος ποιητής και υπεραγαπούσε το χωριό του την Αναφωτία, στην οποία αφιέρωσε αρκετά από τα ποιήματα που πρόφθασε να γράψει στη σύντομη αλλά γεμάτη περιεχόμενο ζωή του.

Αναπολώ τα Σαββατοκυρίακα που πριν από το 1955 μεταβαίναμε οι δυο μας στη γενέτειρά του, καβάλα στα ποδήλατά μας. Ποδηλατούσαμε ο ένας δίπλα στον άλλο στην άκρη του γεμάτου στριψίματα στενού δρόμου, που επέτρεπε την πολυτέλεια αυτή, αφού την εποχή εκείνη ο δρόμος ήταν σχεδόν έρημος από αυτοκίνητα, ο συνολικός αριθμός των οποίων επί παγκύπριας βάσης ήταν τότε θεαματικά χαμηλότερος σε σύγκριση με τα σημερινά δεδομένα.

Στο αμπέλι της οικογένειας στην Αναφωτία

Ο Μιχαλάκης, μόλις αντίκριζε τους καταπράσινους αγρούς, τα δέντρα, τα πουλιά άφηνε τα αισθήματά του να ξεδιπλωθούν και σχολίαζε με θαυμασμό την κάθε λεπτομέρεια, καταδεικνύοντας έτσι ότι μέσα στη φύση βρισκόταν στο στοιχείο του.

Αλλά ας αφήσουμε τον ίδιο να μας ξεδιπλώσει τις σκέψεις του και τα αισθήματα του στα δύο ποιήματα που ακολουθούν:

    Το χωριό μου

Σα βλέπω με στον κάμπο το σιτάρι

και στα ξερά κλαδιά το χελιδόνι,

τη μέλισσα στο ευωδιαστό κλωνάρι

μέλι γλυκό να παίρνει απ’ το στημόνι.

Σα βλέπω τους σκαφτιάδες, το γιδάρη

το γεωργό που εργάζεται στ’ αλώνι,

την όμορφη κοπέλλα που με χάρη

στην πόρτα της κεντάει το σεντόνι.

Σα βλέπω τα παιδάκια ευτυχισμένα

να τρέχουνε στης μάνας την αγκάλη,

κι’ άλλα να παίζουνε, λέω κι εγώ σε σένα:

«Μέσ’ της ζωής την απονιά και την οδύνη

και στου καιρού την άγρια ανεμοζάλη

Χωριό μου, εσύ μου δίνεις τη γαλήνη».

                                                                          [ Το έγραψε στις 21 Μαΐου 1951].

Το Λυχνάρι μας

Κίτρινο φως κι αδύνατο σκορπάς φτωχό λυχνάρι

Και με χλωμό λαμπάδιασμα το σπίτι ομορφαίνεις

Μα είν’ πιο γλυκό το φέγγος σου και πιο πολλή σου η χάρη

Γιατί τα πρώτα χρόνια μου στη θύμηση μου φέρνεις.

Τα χρόνια εκείνα στο Χωρίο, τα παιδικά μου χρόνια

Τ’ αξέχαστα, που σβύστηκαν σαν Άνοιξης λουλούδι,

Που με κοιμίζαν της ιτιάς μουρμουριστά τα κλώνια

Και που με ξύπναγε ορφικό κορυδαλού τραγούδι.

Και συνεχίζει ο Γ. Λυκούργος για το φίλο του Μιχαλάκη: Στις εκτός Λάρνακας μακρυνές μας εκδρομές, όταν βόλευε η διαδρομή, ο Μιχαλάκης πάντοτε πρότεινε κι’ ένα πέρασμα από τη Μόρφου. Αν πηγαίναμε στην Κερύνεια ή στον Πενταδάκτυλο στη μετάβαση ή την επιστροφή έπρεπε να επισκεφτούμε και τη Μόρφου για χατίρι του. Γιατί; Η έφεση του στην ποίηση δίδει την απάντηση. Εκεί υπηρετούσε ως καθηγητής ο Νίκος Κρανιδιώτης, τον οποίον ο Παρίδης εκτιμούσε πάρα πολύ κι είχε εμπιστοσύνη στην κρίση του. Κατά τις συναντήσεις τους ο Μιχαλάκης παρουσίαζε στον Κρανιδιώτη τα χειρόγραφα ποιήματά του και άκουε με μεγάλη προσοχή την κριτική και τις σχετικές υποδείξεις του δασκάλου.

Του άρεσε πολύ η φύση της Αλυκής. Εδώ έγραψε κάποια από τα ποιήματά του

Ένα άλλο περιστατικό που μας διηγήθηκε ο Γ. Λυκούργος δείχνει το μεγαλείο της ψυχής του Μιχαλάκη Παρίδη: Ένα απόγευμα ενώ περπατούσαμε στην παραλία της Λάρνακας είδε ένα νεαρό να κρατά ένα κλουβί με καρδερίνες. Τον πλησίασε και τον ρώτησε αν το πουλά. Ο νεαρός του απάντησε καταφατικά και του ζήτησε 2,5 σελίνια. Τότε ο Παρίδης αφού τον πλήρωσε πήρε το κλουβί, το άνοιξε και ελευθέρωσε τις καρδερίνες, λέγοντάς μου πως τα πουλιά πρέπει να ζουν ελεύθερα εκεί που ανήκουν και όχι φυλακισμένα σε κλουβιά. 

Η αδελφή του Γιώργου Λυκούργου, κ. Τούλα, μου διηγήθηκε το εξής περιστατικό: Κάθε Κυριακή ο Μιχαλάκης ερχόταν σπίτι μας και έπαιρνε τον Γιώργο για να πάνε εκκλησία. Κάποια φορά τον είδα να περπατά ακροπατώντας τα λασάνια του κήπου. Νόμισα πως ζαλίστηκε και τον ρώτησα αν νοιώθει καλά. Χαμογελώντας με καθησύχασε λέγοντας μου: «Μην ανησυχείς προσπαθώ να αποφύγω τα μυρμήγκια».

Σκέφτομαι καμιά φορά από τι πνευματικό υλικό ήταν δομημένα αυτά τα παιδιά που έδωσαν τη ζωή τους για το ιδανικό της ελευθερίας. Γιατί, τι άλλο να ήταν, από απλοί καθημερινοί άνθρωποι των χωριών και των πόλεων, εργάτες ειρηνικών έργων και της βιοπάλης, πολλοί από αυτούς ποιητές της ζωής όπως ο Παρίδης, ο Παλληκαρίδης και άλλοι. Αν ζούσε σήμερα θα ήταν 79 χρόνων. Όμως, ο Μιχαλάκης Παρίδης ο ευαίσθητος ποιητής των 25 χρόνων που πρόσεχε να μη βλάψει μυρμήγκι και φρόντισε να ελευθερώσει τις καρδερίνες, την ώρα του «μεγάλου ναι ή του μαγάλου όχι» πορεύτηκε στο δρόμο της προσωπικής συνείδησης και θυσιάστηκε γι’ αυτό που αγαπούσε πάνω απ’ όλα: την ελευθερία.

Τελικά νομίζω κατανοώ από ποιο υλικό ήταν πλασμένοι: από το υλικό της αυτοθυσίας και από το μακρυγιάννειο «εμείς», που τότε, τη δεκαετία του ΄50 ήταν διάχυτο στις ψυχές των νέων, αντίδωρο προς την πατρίδα και προς τους άλλους.

Πόσοι από μας άραγε, βουτηγμένοι στην ύλη και τις χαρές της ζωής -ανούσιες τις πιο πολλές φορές- θα παίρναμε τον ίδιο δρόμο αν η πατρίδα μας το ζητούσε;

Πηγή: Αποσπάσματα από το υπό έκδοση βιβλίο του Σωκράτη Τ. Αντωνιάδη, Μιχαλάκης Παρίδης-ο αγωνιστής ποιητής της ελευθερίας.

Advertisements
This entry was posted in Ο αγώνας 55-59. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s