[245] Η αγάπη του Μιχαλάκη Παρίδη για τη Λάρνακα μέσα από τα γράμματά του.

Εκδρομή στη Αλυκή με τους φίλους του Γεώργιο Λυκούργο και Παναγιώτη Χριστοφόρου.

Εκδρομή στη Αλυκή με τους φίλους του Γεώργιο Λυκούργο και Παναγιώτη Χριστοφόρου. Αρχ: Σ. Αντωνιάδη.

Στις 3 του Ιούλη του 1933, γεννήθηκε στην Αναφωτία ο Μιχαλάκης Παρίδης ένας από τους πιο αγνούς και αναδιοτελείς αγωνιστές της ΕΟΚΑ. Το 1945 ήρθε στη Λάρνακα για σπουδές στο Παγκύπριο Εμπορικό Λύκειο Λάρνακας. Έμεινε στην πόλη δεκά χρόνια και απέκτησε φίλους με τους οποίους έζησε ευτυχισμένες μέρες, μοιράζοντας το πάθος του για ζωή, στη μόρφωση, στις χαρές της καθημερινότητας, στην ποίηση και στην πολιτική πράξη. Λόγω της πολιτικής δράσης του απολύθηκε από τη Τράπεζα Κύπρου και βρέθηκε να εργάζεται για λίγο χρονικό διάστημα στην Αμμόχωστο

Σε κάποια γράμματα που έστειλε από την Αμμόχωστο στη Λουκία Ιωαννίδου-Παναγιώτου, αδελφή της νύφης του, εκφράζει με τρόπο συγκινητικό την αγάπη του για τη Σκάλα. Σε ένα γράμμα ημερομηνίας 11 Αυγούστου 1954 γράφει: «… Από 12 χρονών παιδί, μόλις άρχισα να αισθάνομαι πως ζω, έζησα στη Σκάλα ως τα 22 μου χρόνια κι’ ένοιωσα χαρές και λύπες ευχάριστες κι’ έκανα φίλους αξέχαστους κι’ είχα συντροφιές που τες θυμάμαι κι’ ονειρεύομαι ξύπνιος. Κι΄ όμως η Μοίρα μου –μαύρη κι’ άχαρη– θέλησε να με μακρύνη από τον τόπο που τόσο αγάπησα. Μα δεν την φοβάμαι την Μοίρα μου· ποτέ δεν φοβήθηκα κι’ όπως κάπου λέω “κάποιο σωσίβι θε να βρω για νάβγω στη στεριά, κι’ ατράνταχτος το χτίσιμο να ξαναρχίσω πάλι”. Ναι!… Γιατί θα ξανάρθω στη Σκάλα· θάρθω και θα μείνω όσον καιρό μπορώ να χαίρουμαι τις χαρές της ζωής…».

Με συμμαθητές του. Απλωμένος με το άσπρο σακκάκι. Αρχείο:Σ. Αντωνιάδη.

Με συμμαθητές του. Απλωμένος με το άσπρο σακκάκι. Αρχείο: Σ. Αντωνιάδη.

Σε μια δεύτερη επιστολή στη Λουκία λίγες μέρες μετά, γράφει: «… Και πρώτα αναφέρομαι στην ερώτησή σου που μου κάνεις, δηλαδή αν θα μπορέσω νά ρθω το ερχόμενο Σαββατοκυρίακο στη Σκάλα. Δεν ξέρω αν θα μπορέσω νά ρθω από το Σάββατο αλλά χωρίς άλλο θα έρθω την Κυριακή. Γιατί όπως σου ξανάγραψα, δεν μπορώ να ζήσω μακρυά από την Σκάλα μας, χωρισμένος από τα πλάσματα έμψυχα και άψυχα, που έχουν νόημα στη ζωή μου».

Η νοσταγία για τη Σκάλα δεν σταμάτησε ούτε κι όταν βρέθηκε στη φυλακή λόγω της συμμετοχής του στον αγώνα της ΕΟΚΑ.

Σε μια επιστολή του που έστειλε από τη φυλακή στη Λουκία, γράφει με ένα εξαίρετο λυρικό λόγο μεταξύ άλλων και τα εξής: «Παραδέχουμαι πως έχασα την προσωπική μου ελευθερία που βρίσκουμαι υποχρεωτικά ομηρία από αγαπημένα μου πρόσωπα, πως στερήθηκα τη ζωή μέσα στη φύση, τα δειλινά στην παραλία μας την πολύκοσμη με τις ψηλόλιγνες φοινικές, τους περιπάτους στο δάσος της Αλυκής που τόσο με μάγευαν, τις γιορτές, τις χαρές, τα τραγούδια, το γλυκολάλημα των πουλιών, το λουλούδιασμα της Άνοιξης και το απέραντο χειμωνιάτικο χαροπάλεμα».

Ο Μιχαλάκης Παρίδης σκοτώθηκε στις 27 Αυγούστου του 1958 στο χωριό Βάβλα από Άγγλους στρατιώτες. Αφού περικύκλωσαν το κρησφύγετό του, του ζήτησαν να παραδοθεί. Προτίμησε να πεθάνει, πολεμώντας, παραμένοντας πιστός στον όρκο που έδωσε.

Από το βιβλίο του Σωκράτη Τ. Αντωνιάδη,

«Μιχαλάκης Παρίδης: Ο Αγωνιστής-Ποιητής της Ελευθερίας».

 

 



Advertisements
This entry was posted in Ο αγώνας 55-59, Ποιητές. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s