[408] Γουσταύος Λαφφών, ο ελληνολάτρης Γάλλος ποιητής που γεννήθηκε στη Λάρνακα

Του Σωκράτη Τ. Αντωνιάδη*

IMG-20177be27488d645d7eb20138c926273-VΟ γαλλικής καταγωγής ποιητής ο Γουσταύος Λαφφών (Gustave Adolphe Marie Laffon) γεννήθηκε στη Λάρνακα το 1835. Ήταν γιος του φιλέλληνα γιατρού Bernard Adolphe Laffon από τη Βρετάνη της Γαλλίας, η οικογένεια του οποίου εγκαταστάθηκε στη Λάρνακα το 1833 και της Colomba Vlasiou Zirigovich, η οποία καταγόταν από την ομώνυμη ιταλική οικογένεια που έκανε πατρίδα της τη Λάρνακα. Ο Αδόλφος «ο οίκος του οποίου ήτο άσυλον όλων των διωκομένων Ελλήνων»1 υπηρέτησε για δέκα χρόνια (1846-1856) ως υποπρόξενος της Γαλλίας και της Ελλάδας στην Κύπρο. Ήταν ο πρώτος που δίδαξε για δύο χρόνια (1859-1861) Γαλλικά στην Ελληνική Σχολή Λευκωσίας. Ήταν επίσης ο προσωπικός γιατρός του Βαλή της Αίγυπτου Μωχάμεντ Άλη. Όταν πέθανε, ο ελληνικός πληθυσμός της Κύπρου θυμόταν τον Αδόλφο ως «ευεργέτη των ελλήνων ραγιάδων»2.  

Σε ηλικία πέντε χρονών, η οικογένειά του μετακόμισε στη Λευκωσία. Φοίτησε στο Ελληνικό Σχολαρχείο της Λευκωσίας και σε ηλικία 15 χρονών πήγε στον Λίβανο όπου σπούδασε ξένες γλώσσες στο Κολλέγιο Ιησουϊτών της Βηρυτού.

Ακολούθησαν σπουδές στο Παρίσι. Σε ηλικία 19 χρονών διορίστηκε διερμηνέας  του Γαλλικού στρατού στην Κριμαία (1854-1856) και εν συνεχεία δραγομάνος και καγκελάριος στο γαλλικό υποπροξενείο στην Κρήτη (1861). Στη συνέχεια υπηρέτησε ως διπλωμάτης στα Ιεροσόλυμα, στη Λάρνακα (1864-1874), στη Σμύρνη (1874), υποπρόξενος στον Πειραιά (1877), πρόξενος στην Ανδριανούπολη (188), μέχρι τη μακρινή Χιλή (1888). Την περίοδο που βρισκόταν στη Λάρνακα δίδαξε τη γαλλική γλώσσα στο Σχολαρχείο (1871-1872). Στην πολυκύμαντη ζωή του νυμφεύτηκε 2 φόρες. στην Κρήτη την ευγενή Άννα Μοάτσου με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά και την εκ Λάρνακος ρωμαιοκαθολική Άδα Βαρτζίλη που του χάρισε έναν γιο (η μικρότερη αδελφή της Άδας, Ευγενία, ήταν ο πρώτος ανεκπλήρωτος έρωτας του Βασίλη Μιχαηλίδη και η αιτία για να γράψει τα πρώτα ερωτικά του ποιήματα ο εθνικός βάρδος της Κύπρου).

Ο Λαφφών έλαβε ελληνική παιδεία και δίκαια συγκαταλέγεται στους Έλληνες λογοτέχνες του 19ου αιώνα. Επηρεασμένος από τη ρομαντική σχολή και τον Διονύσιο Σολωμό αλλά και από τη ζωή του στην Κύπρο, των χρωμάτων και του φωτός, έγραψε ποίηση σε μια μεικτή γλώσσα καθαρεύουσας και δημοτικής. Μερικά ποιήματα τα χαρακτηρίζει η μελαγχολία, ενώ άλλα η χαρά και η αισιοδοξία ανεξάρτητα από την μορφή που έχει η ποίησή του (σατιρική, πατριωτική ή ερωτική).

IMGΛάτρης της Ελλάδας μετάφρασε στα γαλλικά ολόκληρο τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν του Διονυσίου Σολωμού (Hymne a la Liberte, Paris 1880). Το 1896 ευρισκόμενος μεταξύ των Ελλήνων της Αλεξάνδρειας εξέδωσε την ποιητική συλλογή Τα Τραγούδια μου που αφιέρωσε εις τας Ελληνίδας της Αλεξάνδρειας. Μια δεύτερη έκδοση της συλλογής με επιμέλεια του Ριχάρδου Βαρζίλη, αδελφού της γυναίκας του, έγινε στη Λευκωσία το 1915 με τίτλο Τα Άπαντα. Η συλλογή ξεκινά με το ποίημα Αγγελία που έγραψε το 1900, επιστρέφοντας σε ηλικία 65 χρονών στην Κύπρο.

Τα Άπαντα περιλαμβάνουν ποιήματα ερωτικά, πατριωτικά, σατιρικά, μεταφράσεις Λατίνων και Ευρωπαίων ποιητών, 37 μεταφρασμένα ποιήματα του αρχαίου Έλληνα λυρικού ποιητή του 6ου αιώνα π. Χ. Ανακρέοντα και ανέκδοτα. Η συλλογή τελειώνει με τους 16 πρώτους στίχους του Ύμνου στην Ελευθερία στα Γαλλικά και με ένα επιτύμβιο επίγραμμα που δείχνει τη αγάπη του Λαφφών για την Ελλάδα: Δεν θέλω γράμματα χρυσά / ούτε πελεκημένα, / Δύο λόγια μόνο με αρκούν / δυο λόγια αγαπημένα: // Εδώ κοιμάται ο Λαφφών το γένος ήτο Γάλλος, / Πλην της Ελλάδος εραστής και θαυμαστής μεγάλος!

Μια ενδιαφέρουσα μαρτυρία για τον Λαφφών προέρχεται από τον πολιτευτή Νικόλαο Κλ. Λανίτη και περιλαμβάνεται στο περ. Κυπριακά Γράμματα3: «… Εις την Λάρνακα εγεννήθη και ενεπνεύσθη ο ελληνογάλλος ποιητής Γουσταύος Λαφφών, αληθινός Ελληνόπληκτος, του οποίου τα Ελληνικά ποιήματα απήγγελλε και εδώ και εις τας Αθήνας η περασμένη γενεά. Ενθυμούμαι ποίον ενθουσιασμόν επροκάλεσεν ο Λαφφών μίαν βραδυάν από του βήματος του Παρνασσού. Όταν εγήρασε ενθυμήθη ο Λαφφών την Κύπρον και ήλθεν εδώ δια να ιδρύση… Γεωργικήν Τράπεζαν. Ένα βράδυ είχαμε συναθροισθή όλοι μας εις το σπίτι του Γεωργίου Ρωσσίδη, όχι δια την Γεωργικήν Τράπεζαν του Λαφφών, αλλά δια την ποίησιν Λαφφών. Η κυρία Θεοδώρα Ρωσσίδου, το γένος Ζήνωνος Πιερίδου, εγγονή του Δημητρίου, αληθινή αρχόντισσα της παλαιάς εποχής, επανέφερεν εις τον γηρασμένον ποιητήν πυκνάς τας αναμνήσεις της νεότητάς του εις την Λάρνακα. Η Γεωργική Τράπεζα ελησμονήθη αμέσως. Και ο Λαφφών ήρχισε να τραγουδή σε θαυμασίαν δημοτικήν γλώσσαν τες παλιές ομορφιές της γενεθλίου του πόλεως. Υψηλός και ωραίος γέρων, ενόμιζε κανείς ότι εφλέγετο από τας φλόγας της πρώτης του νεότητος. Είχαν περάσει πολύ τα μεσάνυχτα, όταν ο Λαφφών μας απήγγειλε το τελευταίον του ποίημα. Ενθυμούμαι ότι εις το ποίημα αφού εφέρετο νοσταλγικά εις το παρελθόν, έκλαιεν ότι “τώρα όπου έγινεν η θάλασσα γιαούρτι δεν είχε κουτάλι να φάγη”. Ενθουσιάσθη μέχρι δακρύων από τα χειροκροτήματά μας και ησθάνθη κάποιαν υπερηφάνειαν, όταν του είπαμεν, ότι και ο Γκαίτε 84 ετών έγραψε το ωραιότερον ερωτικόν του ποίημα…»

Για τα όνειρά του να ιδρύσει Γεωργική Τράπεζα, κάνει επίσης αναφορά ο Αντώνης Ιντιάνος4: «… Ύστερα από αυτό θυμάται την Κύπρο που την επισκέπτεται το 1900 και προτείνει στην Κυβέρνηση σχέδιο για την ίδρυση Γεωργικής Τράπεζας με κεφάλαιο Λ. 200.000 για να βοηθήσει τη Γεωργία, τη Βιομηχανία και το Εμπόριο της χώρας με τον όρο πως τέτοια Τράπεζα θάχε ένα αποκλειστικό προνόμιο για τριάντα χρόνια. Στο τέλος ναυαγεί κι’ αυτό το σχέδιο…»

Ενθουσιώδης πάντα συμμετείχε στις κοινωνικές εκδηλώσεις στη Λάρνακα, με απαγγελίες, όπως στη γιορτή του δένδρου των Χριστουγέννων που διοργάνωσε ο Φιλόπτωχος Σύλλογος Αλεξάνδρα και όπου ο Λαφφών «απήγγειλεν επίκαιρον τη εορτή ποίημα, προκαλέσαν παταγώδη και παρατεταμένα χειροκροτήματα, μετά ταύτα δε το “Εις την Ελλάδα” ποίημά του, κορύφωσαν τον ενθουσιασμόν των παρισταμένων»5.

 Από την ποιητική συλλογή Άπαντα του 1915 παραθέτουμε το πρώτο (Αγγελία), ένα ερωτικό (Το σίγαρον), ένα σατιρικό με λεπτή ειρωνεία και καλοπροαίρετη διάθεση (Ο παπάς τ’ Αγι-Λουκά) και ένα πατριωτικό (Επιτραπέζιον).

Αγγελία, εις την Κυπριακήν νεολαίαν

Έφυγα νέος κι’ ήρθα γέρος, / Πτωχή μου Κύπρος, ως εδώ, / Γιατί τα μάτια μου πριν κλείσω / Εδίψουν να σε ξαναδώ // Ηύρα Εγγλέζους ντούρους, ντούρους / βαρειά στη γη σου να πατούν, / Που εις το κάθε πάτημά τους / Το νοιώθεις ότι σε κρατούν. // Μα ηύρα κι’ όμορφες κοπέλλαις, / Σαν κυπαρίσσια λιγεραίς, / Και είπα: «νειάτα μου, που είσθε;» / Και τώπα εκατό φορές. // Τώρα που έγεινε γιαούρτι / η θάλασσα ως τον βυθό, / Τι συμφορά σε τέτοια ώρα / Χωρίς κουτάλι να βρεθώ! // Χαρήτ’ εσείς που είσθε νέοι, / Χαρήτε γρήγορα παιδιά. / Ευτυχισμένος όπου νοιώθει / Έρωτα μέσα στην καρδιά. // Κόβετε τ’ άνθη πριν μαράνουν / Ζήτε με γέλοια και χαρά, / Γιατί σας τρέχουν από πίσω, / Τα γηρατεία τα σκληρά. // Τα νειάτα μοιάζουν με τα ρόδα / Όπου ανοίγουν την αυγή, / Και πριν ο Ήλιος βασιλεύση / Σκορπούν τα φύλλα τους στη γη. // Πάρτε παράδειγμα από μένα / Πούμουν σαχίνι μια φορά, / Και τώρα θέλω να πετάσω / Κι’ έχω κομμένα τα φτερά. / Παρηγοριά μου μένει μόνο / Μια μικρή λύρα π’ αγαπώ, / Και που την έχω μαθημένην / Να ψάλλη έρωτος σκοπό. / Μου ψάλλει όλο περασμένα / Και λησμονώ τα τωρινά, / Και όσα ψεύματα μου λέγει / Θαρρώ πως είν’ αληθινά. // Άλλο ενθύμιο να σας δώσω / Δεν δύναμαι από ψυχής, / Παρά ολίγα τραγουδάκια, / Λείψανα αρχαίας εποχής. / Θα τα ιδήτε τυπωμένα / Εις ένα τόμον τεχνικώς / Και ευχαρίστησιν ελπίζω / Θα αισθανθήτε γενικώς. / Θάνε σελίδες τριακόσαις / Ποιηματάκια εκατό, / Άλλα με κλάματα γεμάτα / Κι’ άλλα με στόμα γελαστό. / Μα είν’ ανάγκη από τώρα / Να σας το πω κρυφά στ’ αυτί, / Πως έκαμεν ο Γέρω Κρούγερ / Φωτιά και λάβα το χαρτί. // Ώστε στους φίλους μου νομίζω / Δεν θα φανή πολύ βαρύ, / Εάν προς τρία σελινάκια / Βουρ ασαγιά βουρ γιοκκαρί.

Το σίγαρον (εις νεάνιδα καπνίζουσαν)

Ας ήμην κόρη σίγαρον / Στο στόμα σου να μ’ έχης, / Με τα υγρά και ρόδινα / Χείλη σου να με βρέχης! // Νέφος καπνού να γίνωμαι / Να σε περικυκλώνω, / Τους μαγικούς σου οφθαλμούς / φιλών να τους θολώνω! // Ως ήδυ νέκταρ των Θεών / Να σε γλυκοζαλίζω, / Και μ’ έρωτας τας φρένας σου / εικόνας να γεμίζω // Να παίζης και να με κρατής / Στο δροσερό σου στόμα, / Κι’ εγώ εντός του στήθους σου / Να προχωρώ ακόμα!!! // Εκεί που κρύπτει μυστικά / Η παρθενία τόσα / Όσα ποτέ ανθρώπινος / Δεν φανερώνει γλώσσα! // Εκεί που τρέμει η καρδιά / Και λαχταρεί με κρότο / Άμα εισδύση έρωτος / Μειδίαμα το πρώτον // Ω! πόσοι τότε ερασταί / Την τύχη μου φθονούσι / Κι΄αυτοί καπνός αόρατος / Να γίνωσι ποθούσι. // Και όταν εις το τρυφερό / Και απαλό σου γόνυ / Η χαριτόβλυτός χειρ / Με Θλίβει και μ’ απλώνει // Κι’ αφού με κόπον οπωσούν / Με καλοσχηματίζης / Με φέρεις εις τα χείλη σου/ Και με γλυκοφιλήσης // Τις δύναται Παρθένα μου, / Εις την στιγμήν εκείνη, / Να φανταστή των θεατών / Την μυστικήν οδύνη; // Πλην φευ! η τύχη άστατος / Τα πάντα μεταβάλλει / Την ηδονή, τον έρωτα, / Την δόξα και τα κάλλη. / Κι’ εσύ επίσης άστατος, / Σκληρά κι’ εσύ επίσης, / Την ύπαρξιν μου εις καπνόν / Αφού κατασκορπίσεις, // Με ρίπτεις πάραυτα στη γη / Και με πατείς, ακόμα, / Μήπως καή το δάκτυλο/ Εις το αβρό το στόμα. // Εγώ δ’ ο πρώην σύντροφος / Και μάρτυς των παλμών σου / Λογίζομ’ έτι ευτυχής / Ων κόνις των ποδιών σου!

Ο παπάς τ’ Αγι-Λουκά

Ποιος είν’ αυτός που μες το δρόμο / Περιδιαβάζ’ ηρωικά. / Με τον τσουμπέ ριχτό στον ώμο; / – Είν ο παπάς τ’ Αι-Λουκά. // Ποιος κάθε βράδυ παίρνει βόλτα / Όλα τα σπίτια τακτικά, / Και σταματά σε κάθε πόρτα; / Είν’ ο παπάς τ’ Αι-Λουκά. // Όλαις η χήραις τον γνωρίζουν / Και των σπιτιών τα δουλικά, / Και όλες κάτι τι χαρίζουν / Εις τον παπα τ’ Αι-Λουκά, // Μα στο κελλί του σαν πηγαίνουν / Βρίσκουν ροσόλια και γλυκά, / Και σαν το ρόδο πάντα βγαίνουν / Απ’ του παπά τ’ Αι-Λουκά. // Έχει λαιμό σα μια κολώνα, / Γένεια, μαλλιά μοναδικά. / Κρίμα να μη φορή κορώνα, / Αχ! ο παπας τ’ Αι-Λουκά! // Εις το τραπέζι σαν καθήση / Πίνει κρασί με την οκά, / Μα ποιος τον είδε να μεθύση, / Ποιος, τον παπά τ’ Αι-Λουκά! // Στην εκκλησία λόγο σα βγάζει / Στενάζουν τα ελληνικά. / Αλλά σα ψάλλη ή διαβάζει / Ζήτ’ ο παπάς τ’ Αι-Λουκά! // Δεν μελετά θεολογία, Δεν μελετά δογματικά, / Γιατί αυτά δεν κάνουν χρεία / Εις τον παπά τ’ Αι-Λουκά. // Αν ζης ακόμα κι’ αναγνώσης / Αυτούς τους στίχους μου, παπά, / Από καρδιάς ευχή να δώσης / Εις τον Λαφφών που σ’ αγαπά.

Επιτραπέζιον

Έχω πατρίδα το χρυσό / της Κύπρου το νησί, / Που βγάζει κόρες όμορφες / Και νόστιμο κρασί.

Ο Γουσταύος Λαφφών, Γάλλος στην καταγωγή αλλά Έλληνας στην καρδιά, πέθανε στην Κωνσταντινούπολη το 1906. Έγραφε τότε ο τύπος της εποχής6: «Περιφερόμενος μίαν από τας ημέρας αυτάς εις τον Δημόσιον Κήπον της Κωνσταντινουπόλεως, όπου διήρχετο τας τελευταίας ημέρας του γήρατός του, … έπλεκε κ’ ετόνιζε στίχους με τους οποίους έτρεφε την ποιητικήν του ψυχήν. Αίφνης οι πόδες του εκάμφθησαν και έκλινε την κεφαλήν επάνω εις ένα έδρανον του κήπου. Ήλθεν ο θάνατος, ο οποίος του έκλεισε τα μάτια και του εσφράγισε το στόμα και η λύρα, η μαθημένη να ψάλλει, εσίγησε…». Ο Αντ. Ιντιάνος σημειώνει: «Πέθανε με μια φλογερή μέσα του αγάπη για την Ελλάδα και την Ανατολή που με τα σχέδια του προσπαθούσε να της αλλάξη την τύχη και με τον ίδιο πόθο που αισθανόταν τες μέρες της εξορίας του στη Χιλή και που τον έψαλλε: “Ανατολή, Ανατολή, Αθήνα, Κύπρος, Πόλη!”»7.

Βιογραφικά: Αριστείδης Λ. Κουδουνάρης (1018) τόμ. Α΄, 400. Αίγλη Καμμίτση, «Η εικόνα της Κύπρου στην ποίηση του Gustave Laffon», Κ.Ε.Ι.Σ, 205-219. Αντ. Ιντιάνος, εφ. Πρωινή, 17 Σεπτ. 1933, 1. εφ. Ελευθερία, 15 Δεκ. 1906, 2. Sylvain Beraud, Η Γαλλική κουλτούρα στον Κυπριακό χώρο, 151, Λευκωσία 2008, 3. Ν. Κλ. Λανίτης, περ. Κυπριακά Γράμματα, έτος ΙΕ΄, αρ. 178, Απρ. 1950, 102-103, 4. Αντ. Ιντιάνος, όπ. Αν., 5. εφ. Νέον Έθνος, 12 Ιαν. 1901, 6. εφ. Ελευθερία, 15 Δεκ. 1906, 7. Ιντιάνος, Όπ. Αν.

Η φωτ. του Γ.Λ. παραχωρήθηκε από τον Γλαύκο Γεωργιάδη και τον ευχαριστώ.

*Ομιλία του υπογράφοντος στα πλαίσια μηνιαίων διαλέξεων του Ιστορικού Αρχείου Δήμου Λάρνακας που αναβλήθηκε εξ’ αιτίας της τρέχουσας πανδημίας. 

 

This entry was posted in Ποιητές. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s